Αυξήσεις συντάξεων: Πώς ο πληθωρισμός και η εφορία «ροκανίζουν» το διαθέσιμο εισόδημα – Αναλυτικά παραδείγματα

Σε μια ιδιότυπη παγίδα συρρίκνωσης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματός τους βρίσκονται εγκλωβισμένοι εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι. Παρά τις εξαγγελίες για ονομαστικές αυξήσεις στις κύριες συντάξεις, η πραγματικότητα στην καθημερινή οικονομία αποδεικνύεται εντελώς διαφορετική. Ο συνδυασμός του επίμονου πληθωρισμού, του «παγώματος» των επικουρικών συντάξεων και κυρίως της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας συνθέτει έναν αθέατο μηχανισμό που εξανεμίζει το μεγαλύτερο μέρος των ενισχύσεων προτού καν φτάσουν στην τσέπη των δικαιούχων.

Ο διπλός «κόφτης»: Πληθωρισμός και παγωμένες επικουρικές συντάξεις

Το πρώτο ισχυρό πλήγμα στην αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων προέρχεται από το χάσμα μεταξύ πληθωρισμού και ποσοστών αναπροσαρμογής. Με τον δείκτη τιμών καταναλωτή να κινείται σε μηνιαία βάση κοντά στο 5% και τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό να εκτιμάται γύρω στο 4%, οι όποιες αυξήσεις παραμένουν σαφώς κατώτερες της ακρίβειας. Ενδεικτικά, η αύξηση της τάξης του 2,4% που εφαρμόστηκε στις κύριες συντάξεις, καθώς και η σχεδιαζόμενη νέα αναπροσαρμογή ύψους 2,8%, υπολείπονται σημαντικά από τον ρυθμό ανόδου των τιμών στα βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης και την ενέργεια.

Παράλληλα, περίπου 1,3 εκατομμύριο συνταξιούχοι βλέπουν τις επικουρικές τους συντάξεις να παραμένουν καθηλωμένες στα ίδια επίπεδα για πάνω από μία πενταετία. Η διατήρηση αυτού του καθεστώτος λειτουργεί ως de facto μείωση εισοδήματος, συντηρώντας τη λογική της συρρίκνωσης της συνταξιοδοτικής δαπάνης, η οποία αντιμετωπίζεται συχνά στη δημοσιονομική διαχείριση ως απλή «καταναλωτική δαπάνη».

Η φορολογική παγίδα και το παράδειγμα της μέσης σύνταξης

Ακόμη πιο ύπουλη αποδεικνύεται η επίδραση της φορολογίας. Λόγω του ότι η φορολογική κλίμακα παραμένει αμετάβλητη και δεν τιμαριθμοποιείται, μια μικρή ονομαστική αύξηση είναι αρκετή για να αλλάξει το φορολογικό κλιμάκιο ενός συνταξιούχου, επιβάλλοντας δυσανάλογα υψηλότερους συντελεστές.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός συνταξιούχου που λαμβάνει μέση κύρια σύνταξη 830 ευρώ τον μήνα:

Με μια αναπροσαρμογή της τάξης του 2,8%, η ονομαστική μηνιαία αύξηση ανέρχεται στα 23,3 ευρώ. Ωστόσο, από το ποσό αυτό αφαιρούνται άμεσα 1,4 ευρώ για την εισφορά ασθενείας υπέρ ΕΟΠΥΥ (6%). Στη συνέχεια, η υπέρβαση του ετήσιου ορίου των 10.000 ευρώ μεταφέρει το επιπλέον τμήμα του εισοδήματος από τον χαμηλό συντελεστή 10% στον ανώτερο συντελεστή 20%. Ως αποτέλεσμα, η παρακράτηση φόρου αφαιρεί επιπλέον περίπου 4,4 ευρώ. Έτσι, από τα 23,3 ευρώ της αρχικής αύξησης, ο συνταξιούχος καταλήγει με καθαρό όφελος μόλις 17,5 ευρώ μηνιαίως στη μέση σύνταξη των 833 ευρώ.

Υπερπλεονάσματα μέσω έμμεσων φόρων

Η απώλεια εισοδήματος δεν σταματά στην άμεση φορολόγηση. Το ήδη περιορισμένο καθαρό ποσό εκτίθεται ακολούθως στο κύμα των έμμεσων φόρων, όπως ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, οι οποίοι αποδίδουν αυξημένα έσοδα στα κρατικά ταμεία καθώς επιβάλλονται σε ήδη διογκωμένες τιμές ραφιού.

Αυτός ο διπλός μηχανισμός —από τη μία η υπερφορολόγηση μέσω των πληθωριστικών αποδοχών και από την άλλη η αυξημένη έμμεση φορολογία στην κατανάλωση— ενισχύει τα δημόσια υπερπλεονάσματα, αλλά ταυτόχρονα στερεί από τους συνταξιούχους τη δυνατότητα να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom