Πώς το «ακριβό χρήμα» φρενάρει την ανάπτυξη: Το αυξημένο κόστος δανεισμού πιέζει επιχειρήσεις και νοικοκυριά

Η ραγδαία άνοδος των αποδόσεων στα κρατικά και εταιρικά ομόλογα αναδιαμορφώνει το οικονομικό τοπίο στην Ευρωζώνη, υψώνοντας εμπόδια στη χρηματοδότηση του εγχώριου παραγωγικού ιστού. Παρότι η Ελλάδα δεν αποτελεί την εστία της νέας αναταραχής στις διεθνείς αγορές χρέους, η γενικευμένη αύξηση του κόστους δανεισμού μετακυλίεται σταδιακά στις επιχειρήσεις, τα πιστωτικά ιδρύματα και, εν τέλει, στα νοικοκυριά. Το παρατεταμένο περιβάλλον του «ακριβού χρήματος» επαναπροσδιορίζει τη βιωσιμότητα νέων επιχειρηματικών σχεδίων και απειλεί να ανακόψει τον ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης.

Το διεθνές ντόμινο των αποδόσεων και τα αναχώματα της Ελλάδας

Η πίεση στις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών τίτλων εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα συσταλτικής νομισματικής πολιτικής στις δυτικές οικονομίες. Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης της Τράπεζας Πειραιώς, Ηλίας Λεκκός, η ισχυρή οικονομική δραστηριότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες πυροδότησε άνοδο στα αμερικανικά ομόλογα, η οποία μεταδόθηκε στους γερμανικούς τίτλους και ακολούθως στο σύνολο της Ευρωζώνης. Παράλληλα, η διεύρυνση των spreads στη Γαλλία και την Ιταλία δημιούργησε φαινόμενα επιμόλυνσης και στα ελληνικά περιθώρια δανεισμού.

Παρά τις πιέσεις, η χώρα διαθέτει ισχυρά αντισώματα. Η δομή και η μακρά μέση διάρκεια του ελληνικού δημοσίου χρέους αποτρέπουν ένα άμεσο δημοσιονομικό σοκ, καθώς οι τρέχουσες ανάγκες αναχρηματοδότησης του Δημοσίου παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες. Επιπλέον, κρίσιμη σανίδα σωτηρίας για πολλές επιχειρήσεις αποτελούν τα προγράμματα χαμηλότοκης χρηματοδότησης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Επιβάρυνση στα εταιρικά ομόλογα και αναθεώρηση επενδυτικών πλάνων

Στην πραγματική οικονομία, ωστόσο, η επιβάρυνση είναι ήδη ορατή. Από την αρχή του έτους, οι αποδόσεις των ομολόγων των μεγάλων ελληνικών εταιρειών έχουν αυξηθεί κατά 60 έως 100 μονάδες βάσης. Στα ευρωομόλογα η άνοδος προσεγγίζει τις 93 μονάδες βάσης, ενώ στα εγχώρια εταιρικά ομόλογα διαμορφώνεται περίπου στις 62 μονάδες βάσης, αυξάνοντας το κόστος άντλησης ρευστότητας ακόμα και για ομίλους με αμετάβλητο πιστωτικό κίνδυνο.

Το γεγονός αυτό επηρεάζει άμεσα τις επιχειρήσεις που προγραμματίζουν αναχρηματοδοτήσεις ή νέα επενδυτικά ανοίγματα. Ένα επενδυτικό σχέδιο που κρινόταν βιώσιμο με κόστος κεφαλαίου στο 4% ή 5%, καθίσταται απαγορευτικό όταν το κόστος προσεγγίζει ή υπερβαίνει το 6%. Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Εθνικής Τράπεζας, Νίκο Μαγγίνα, μολονότι τα αποθέματα ρευστότητας λειτουργούν προστατευτικά, η επιβράδυνση των διεθνών κεφαλαιακών ροών εγκυμονεί κινδύνους για τη διατήρηση των άμεσων ξένων επενδύσεων και της επιχειρηματικής κινητικότητας στα υψηλά επίπεδα των τελευταίων ετών.

Οι πιέσεις στον τραπεζικό τομέα και τη στεγαστική πίστη

Η ανατιμολόγηση του κινδύνου χτυπά και την πόρτα του τραπεζικού συστήματος. Οι αποδόσεις των τραπεζικών τίτλων έχουν αυξηθεί σημαντικά, με τους τίτλους senior preferred να ενισχύονται κατά 67 μονάδες βάσης και τους τίτλους Tier 2 κατά 93 μονάδες βάσης. Αυτή η εξέλιξη επιδρά αναπόφευκτα στο κόστος των νέων χορηγήσεων που συνδέονται με το Euribor.

Ως αποτέλεσμα, ο τραπεζικός δανεισμός προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ακριβαίνει, ενώ η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια από τα νοικοκυριά γνωρίζει ισχυρή κόπωση, καθιστώντας σαφές ότι η διάρκεια των υψηλών επιτοκίων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom