Οπτικές ίνες: Κούρσα για δύο μεταξύ ΟΤΕ και ΔΕΗ – Πώς αλλάζει ο τηλεπικοινωνιακός χάρτης

Μια βαθιά αναδιάταξη συντελείται στην ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών, καθώς η πολυδιαφημισμένη κούρσα για την ανάπτυξη των δικτύων οπτικής ίνας μέχρι το σπίτι (FTTH) μετατρέπεται σταδιακά σε υπόθεση για δύο ισχυρούς παίκτες. Ενώ στο ξεκίνημα της δεκαετίας ο ανταγωνισμός περιλάμβανε τρεις παραδοσιακούς παρόχους με φιλόδοξα επενδυτικά πλάνα, τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι ο ΟΤΕ και η ΔΕΗ αναλαμβάνουν πλέον τα ηνία των μεγάλων επενδύσεων σε υποδομές, αφήνοντας τη Nova και τη Vodafone σε ρόλο προσαρμογής και στρατηγικής επανατοποθέτησης.

Η ανατροπή των ισορροπιών και το εναέριο πλεονέκτημα της ΔΕΗ

Η είσοδος της ΔΕΗ στην αγορά των οπτικών ινών το 2022 δεν αποτέλεσε απλώς μία ακόμη προσθήκη στο τοπίο, αλλά τον καταλύτη που ανέτρεψε τις υφιστάμενες ισορροπίες. Μέσω της θυγατρικής της FiberGrid, η επιχείρηση αξιοποίησε ένα κρίσιμο στρατηγικό πλεονέκτημα: τη δυνατότητα εναέριας ανάπτυξης του δικτύου επάνω στους στύλους ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή η μέθοδος εξασφάλισε θεαματική εξοικονόμηση χρόνου και σημαντική μείωση του κόστους κατασκευής σε σύγκριση με τα παραδοσιακά υπόγεια δίκτυα, τα οποία απαιτούν εκτεταμένες και δαπανηρές εκσκαφές.

Σήμερα, το δίκτυο FiberGrid καλύπτει ήδη περίπου 1,5 εκατομμύριο κατοικίες και επιχειρήσεις σε 52 δήμους της επικράτειας. Το επενδυτικό πλάνο της εταιρείας προβλέπει την επέκταση της κάλυψης στα 2 εκατομμύρια νοικοκυριά έως τα τέλη του 2026, με τον τελικό στόχο να τοποθετείται στα 3,8 εκατομμύρια έως το τέλος του 2028, εδραιώνοντας τη θέση της ως βασικού πυλώνα της χονδρικής αγοράς.

ΟΤΕ: Σταθερή ηγεμονία και επενδυτικό προβάδισμα έως το 2030

Από την πλευρά του, ο ΟΤΕ συνεχίζει να επενδύει με ταχείς ρυθμούς, διατηρώντας το ευρύτερο δίκτυο οπτικών ινών στη χώρα. Οι ενεργές γραμμές της εταιρείας ξεπερνούν σήμερα τα 2,2 εκατομμύρια, με την προοπτική να αγγίξουν τα 2,4 εκατομμύρια μέχρι τη λήξη του τρέχοντος έτους. Σε επίπεδο ευρύτερης υποδομής, το αποτύπωμα του οργανισμού φτάνει σε περισσότερα από 3 εκατομμύρια κτίρια.

Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός του ΟΤΕ θέτει τον πήχη στα 3,5 εκατομμύρια γραμμές μέχρι το 2030, στοχεύοντας στην κάλυψη περισσότερων από 4,5 εκατομμυρίων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Με αυτά τα δεδομένα, ΟΤΕ και ΔΕΗ συγκεντρώνουν τη συντριπτική πλειονότητα των εθνικών υποδομών υπερυψηλών ταχυτήτων, λειτουργώντας ως οι βασικοί πάροχοι χονδρικής για το σύνολο της αγοράς.

Η αλλαγή πλεύσης για Nova και Vodafone

Στον αντίποδα, οι αρχικοί σχεδιασμοί των άλλων δύο τηλεπικοινωνιακών παρόχων υπέστησαν σημαντικές αναθεωρήσεις υπό την πίεση του κόστους και των συνθηκών της αγοράς. Η Nova, η οποία είχε ανακοινώσει το 2023 στόχο για 1,6 εκατομμύριο γραμμές έως το 2027, προσάρμοσε το πλάνο της, δηλώνοντας ότι πλησιάζει στην ολοκλήρωση των υποδομών της με περίπου 950.000 γραμμές. Η διοίκηση της εταιρείας εκφράζει προβληματισμό για τις παράλληλες υποδομές, θεωρώντας ότι οι διπλές επενδύσεις στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές δεν προσφέρουν την αναμενόμενη απόδοση κεφαλαίου.

Από την πλευρά της, η Vodafone επέλεξε έναν εναλλακτικό δρόμο συνεργειών. Μέσα από τη σχεδιαζόμενη κοινοπραξία με τη ΔΕΗ —η οποία τελεί υπό την έγκριση των ρυθμιστικών αρχών— επιδιώκει να αποκτήσει άμεση πρόσβαση σε ένα δίκτυο άνω των 2,2 εκατομμυρίων γραμμών, περιορίζοντας τις δικές της κεφαλαιουχικές δαπάνες. Πλέον, το επίκεντρο του ανταγωνισμού μετατοπίζεται από την απλή εγκατάσταση καλωδίων στην εμπορική μετατροπή των υποδομών σε πραγματικούς, ενεργούς συνδρομητές.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom