OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Το νέο κόμμα ΕΛ.Α.Σ του Αλέξη Τσίπρα προκαλεί ειρωνικά σχόλια για τον συμβολισμό, την αισθητική και τη νοσταλγία μιας άλλης εποχής.
Η πολιτική έχει δει πολλά στην Ελλάδα. Κόμματα με βαρύγδουπα ακρωνύμια, κινήσεις με επαναστατικό λεξιλόγιο, αρχηγούς που αυτοανακηρύχθηκαν εκφραστές του «λαού» και σωτήρες της πατρίδας. Αυτό που παρουσίασε όμως χθες ο Αλέξης Τσίπρας ξεπερνά ακόμα και τα πιο τολμηρά σενάρια πολιτικής σάτιρας. Το νέο κόμμα με την ονομασία «ΕΛ.Α.Σ» μοιάζει λιγότερο με σοβαρή πολιτική πρωτοβουλία και περισσότερο με νοσταλγικό reboot ενός ανθρώπου που αδυνατεί να αποδεχθεί ότι η εποχή του πέρασε. Γιατί όταν ένας πρώην πρωθυπουργός επιλέγει ένα όνομα φορτισμένο ιστορικά, ιδεολογικά και επικοινωνιακά σε τέτοιο βαθμό, γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν παίζει απλώς με λέξεις. Παίζει με συνειρμούς. Και οι συνειρμοί εδώ είναι τόσο βαριοί, που καταλήγουν σχεδόν αυτοπαρωδία.
Η χθεσινή παρουσίαση είχε όλα τα στοιχεία ενός πολιτικού comeback που προσπαθεί να μοιάσει ιστορικό, αλλά καταλήγει θεατρικό. Σκοτεινός φωτισμός, δραματικοί τόνοι, λέξεις περί «λαϊκής αφύπνισης», «νέας αντίστασης» και «εθνικής αναγέννησης», κοινό που χειροκροτούσε περισσότερο από συνήθεια παρά από ενθουσιασμό και ένας Αλέξης Τσίπρας να επιχειρεί να ξαναφορέσει το κοστούμι του αντισυστημικού επαναστάτη. Μόνο που πλέον δεν είναι ο νεαρός της πλατείας του 2012. Είναι ένας πρώην πρωθυπουργός που κυβέρνησε τεσσεράμισι χρόνια, υπέγραψε μνημόνια που θα… έσκιζε, συγκυβέρνησε με τον Καμμένο, έκανε τη Συμφωνία των Πρεσπών και σήμερα προσπαθεί να πουλήσει ξανά «αντίσταση» σαν να μην κυβέρνησε ποτέ.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι: το όνομα. «ΕΛ.Α.Σ». Δύο λέξεις και τρεις τελείες που φωνάζουν περισσότερο επικοινωνιακό τέχνασμα παρά πολιτικό όραμα.
Το ΕΛ.Α.Σ και οι σκιές του παρελθόντος
Δεν χρειάζεται κανείς να είναι ιστορικός για να αντιληφθεί τι κουβαλά αυτό το ακρωνύμιο. Ο ΕΛΑΣ της Κατοχής και του Εμφυλίου δεν είναι μια ουδέτερη ιστορική αναφορά. Είναι ένα από τα πιο διχαστικά και φορτισμένα κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η επιλογή αυτού του ονόματος από έναν πρώην πρωθυπουργό δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία ούτε «αθώα». Είναι μια ξεκάθαρη προσπάθεια να ενεργοποιηθεί ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό θυμικό, να ξυπνήσουν μνήμες «αντίστασης», αντάρτικου και σύγκρουσης.
Και εδώ αρχίζει η ειρωνεία: ο άνθρωπος που κάποτε παρουσιαζόταν ως εκφραστής του «νέου», καταλήγει να ψάχνει πολιτική αναβίωση μέσα από τα φαντάσματα του 1940. Αντί να μιλήσει για τεχνολογία, οικονομία, παραγωγή ή γεωπολιτική, επιλέγει συμβολισμούς που μυρίζουν εμφυλιοπολεμική ναφθαλίνη. Σαν να θεωρεί ότι η Ελλάδα του 2026 περιμένει έναν νέο Άρη Βελουχιώτη με TikTok και podcast.
Φυσικά κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα ισχυριστεί κυριολεκτικά ότι ο Τσίπρας επιθυμεί έναν νέο εμφύλιο. Όμως η αισθητική και η ρητορική αυτής της επιλογής ακουμπούν επικίνδυνα πάνω σε μια κουλτούρα διαρκούς εσωτερικής σύγκρουσης: «εμείς ή αυτοί», «λαός ή καθεστώς», «αντίσταση ή υποταγή». Είναι η ίδια πολιτική λογική που δηλητηρίασε τη δημόσια ζωή την περίοδο των “αγανακτισμένων”, όταν κάθε αντίπαλος βαφτιζόταν προδότης και κάθε διαφωνία παρουσιαζόταν ως μάχη επιβίωσης.
Η «Ελλάς» του Τσίπρα
Ακόμα πιο αστεία είναι η φωνητική πονηριά του ονόματος. «ΕΛ.Α.Σ» που ακούγεται σαν «Ελλάς». Ένα σχεδόν παιδικό επικοινωνιακό τέχνασμα για να ντυθεί με πατριωτικό περιτύλιγμα ένας πολιτικός που για μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει ταυτιστεί με τη Συμφωνία των Πρεσπών και την παραχώρηση του ονόματος «Μακεδονία» στους γείτονες.
Εδώ η ειρωνεία γράφει μόνη της το κείμενο. Ο πολιτικός που κατηγορήθηκε όσο λίγοι ότι αγνόησε το λαϊκό αίσθημα στο Μακεδονικό, εμφανίζεται τώρα περίπου ως υπερασπιστής της «Ελλάδας». Είναι σαν να βλέπεις εταιρεία fast food να λανσάρει καμπάνια υγιεινής διατροφής. Τεχνικά μπορεί να γίνει. Επικοινωνιακά όμως μοιάζει με κακό αστείο.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, το «ΕΛ.ΑΣ» στην καθημερινή ελληνική πραγματικότητα είναι κάτι άλλο: η Ελληνική Αστυνομία. Δηλαδή ο ίδιος πολιτικός χώρος που επί χρόνια φώναζε συνθήματα κατά της αστυνομίας, σήμερα παρουσιάζει κόμμα με ακρωνύμιο που παραπέμπει άμεσα στην ΕΛ.ΑΣ. Αν αυτό δεν είναι πολιτική ειρωνεία υψηλής τέχνης, τότε τι είναι;
Από το “Go back Madame Merkel” στο πολιτικό cosplay
Το πρόβλημα με τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι μόνο ότι θέλει να επιστρέψει. Είναι ότι θέλει να επιστρέψει ακριβώς ως αυτό που ήταν πριν κυβερνήσει, λες και η πραγματικότητα δεν μεσολάβησε ποτέ. Σαν η διακυβέρνησή του να ήταν ένα πολιτικό διάλειμμα και όχι μια ιστορική εμπειρία με συγκεκριμένες συνέπειες.
Το νέο κόμμα μοιάζει με cosplay της παλιάς αντιμνημονιακής εποχής. Ξανά “λαϊκός αγώνας”, ξανά “σύστημα”, ξανά “αντίσταση”, ξανά βαρύγδουπες ιστορικές αναφορές. Μόνο που πλέον το κοινό δεν είναι το ίδιο. Η κοινωνία κουράστηκε από τις επαναστατικές παραστάσεις χωρίς αποτέλεσμα. Και κυρίως, κουράστηκε να βλέπει πολιτικούς που κυβέρνησαν να παριστάνουν ξανά τους διωκόμενους αντάρτες.
Ο Τσίπρας του 2026 θυμίζει παλιό ροκ συγκρότημα που συνεχίζει περιοδεία παίζοντας τις επιτυχίες του 2015 μπροστά σε κοινό που έχει ήδη φύγει για το πάρκινγκ.
Η απόλυτη πολιτική γραφικότητα
Το πιο εντυπωσιακό στην υπόθεση δεν είναι καν η ιδεολογική φόρτιση του ονόματος. Είναι η αίσθηση απελπισμένης πολιτικής νοσταλγίας που αποπνέει. Ένας πρώην πρωθυπουργός, αντί να εμφανιστεί με σχέδιο για το μέλλον, παρουσιάζει ένα κόμμα που μοιάζει με μουσειακή αναπαράσταση παλιών διχασμών, παλιών συνθημάτων και παλιών εμμονών.
Και τελικά εκεί καταλήγει όλη η εικόνα: στη γραφικότητα. Όχι τη χαριτωμένη γραφικότητα της πολιτικής ιδιαιτερότητας, αλλά τη θλιβερή γραφικότητα ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η εξουσία έφυγε. Που συνεχίζει να αναζητά ιστορικό ρόλο μέσα από συμβολισμούς, ακρωνύμια και σκηνοθετημένες επιστροφές.
Γιατί όταν ένας πρώην πρωθυπουργός χρειάζεται να βαφτίσει το κόμμα του «ΕΛ.Α.Σ» για να προκαλέσει αίσθηση, ίσως το πραγματικό πολιτικό μήνυμα να είναι ένα: ότι χωρίς τον θόρυβο, χωρίς το δράμα και χωρίς τη διαρκή πόλωση, δεν του έχει απομείνει τίποτα πραγματικά νέο να πει.

