Φοροδιαφυγή: Οι απαντήσεις της ΑΑΔΕ για τις μεγάλες υποθέσεις, τον ρόλο της ΕΛΑΣ και τα όρια του myDATA

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις κυκλωμάτων φοροδιαφυγής σε γνωστές αλυσίδες εστίασης και διανομής φαγητού έφεραν στο προσκήνιο έντονα ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων, τα εργαλεία της πολιτείας και τον ρόλο των διωκτικών αρχών. Με αφορμή τη συζήτηση για το κατά πόσο η φορολογική διοίκηση εστιάζει μόνο σε «μικρούς» παραβάτες ή αδυνατεί να εντοπίσει εξελιγμένες μεθόδους απάτης, πηγές της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) δίνουν σαφείς απαντήσεις, περιγράφοντας το πλαίσιο δράσης και τα τεχνολογικά δεδομένα.

Γιατί επενέβη η ΕΛΑΣ: Ο συμπληρωματικός ρόλος και οι επισυνδέσεις

Στο ερώτημα γιατί ορισμένες μεγάλες υποθέσεις εξιχνιάστηκαν από την Ελληνική Αστυνομία και όχι απευθείας από την ΑΑΔΕ, η Αρχή υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση του οργανωμένου οικονομικού εγκλήματος βασίζεται στη συμπληρωματική δράση των δύο φορέων. Η αστυνομική έρευνα διαθέτει ειδικά δικονομικά μέσα που δεν διαθέτει ο κλασικός φορολογικός έλεγχος, όπως η δυνατότητα νόμιμων τηλεφωνικών επισυνδέσεων, παρακολουθήσεων και συλλήψεων στο πλαίσιο του αυτοφώρου.

Παράλληλα, η ΕΛΑΣ διαθέτει πρόσβαση στα πληροφοριακά συστήματα της ΑΑΔΕ, ενώ οι δύο υπηρεσίες βρίσκονται σε διαρκή συντονισμό ώστε να αποφεύγονται οι αλληλεπικαλύψεις. Όπως επισημαίνεται, η επιτυχία μιας αστυνομικής επιχείρησης δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι ελεγκτικές υπηρεσίες της φορολογικής διοίκησης εξαρθρώνουν συστηματικά κυκλώματα λαθρεμπορίου και φοροδιαφυγής μεγάλων ποσών.

Τι «βλέπει» και τι δεν μπορεί να καταγράψει το myDATA

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη λειτουργία της ψηφιακής πλατφόρμας myDATA και στο γιατί δεν μπόρεσε να ανιχνεύσει αυτόματα την απάτη στις συγκεκριμένες αλυσίδες. Από την ΑΑΔΕ διευκρινίζεται ότι το myDATA καταγράφει αποκλειστικά τα φορολογικά παραστατικά που εκδίδονται και διαβιβάζονται ψηφιακά στην πλατφόρμα. Δεν έχει —και εκ του νόμου δεν μπορεί να έχει— πρόσβαση στα εσωτερικά λογισμικά των επιχειρήσεων.

Τα προγράμματα παραγγελιοληψίας, κρατήσεων ή αποθήκης είναι εμπορικές εφαρμογές που δεν συνδέονται άμεσα με τη φορολογική αρχή. Όταν ένα παράνομο ή «πειραγμένο» λογισμικό παρεμβαίνει στην εσωτερική διαχείριση και διαγράφει παραγγελίες πριν εκδοθεί η νόμιμη απόδειξη, η πλατφόρμα λαμβάνει μόνο ό,τι τελικά επιλέγει να διαβιβάσει η επιχείρηση. Ο εντοπισμός τέτοιων πρακτικών απαιτεί επιτόπιους ελέγχους, φυσική παρουσία και εις βάθος έρευνες στο ίδιο το λογισμικό.

Τα μεγέθη των ελέγχων και η υποχώρηση του κενού ΦΠΑ

Απορρίπτοντας τα επιχειρήματα περί απουσίας ελέγχων στη μεγάλη φοροδιαφυγή, στελέχη της ΑΑΔΕ παραθέτουν τα απολογιστικά στοιχεία. Μόνο το 2025 ολοκληρώθηκαν 31.500 τακτικοί έλεγχοι με βεβαιώσεις φόρων και προστίμων 2,8 δισ. ευρώ, ενώ από 1.165 έρευνες απάτης στον ΦΠΑ εντοπίστηκαν διαφυγόντα έσοδα 457 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν 68.400 επιτόπιοι έλεγχοι, που οδήγησαν σε 680 αναστολές λειτουργίας επιχειρήσεων. Συνολικά από το 2017, οι βεβαιώσεις ξεπερνούν τα 22,3 δισεκατομμύρια ευρώ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της διοίκησης, τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν κατά 60% μεταξύ 2017 και 2025 (από 47 δισ. σε 75 δισ. ευρώ), με πρόβλεψη να ξεπεράσουν τα 77 δισ. ευρώ το 2026. Την ίδια στιγμή, το κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα υποχώρησε θεαματικά από το 29% το 2017 στο 11,4% το 2023, καταγράφοντας την ταχύτερη μείωση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση — εξέλιξη στην οποία συνέβαλαν καθοριστικά η διασύνδεση των POS και τα ψηφιακά εργαλεία συμμόρφωσης.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom