Ο «Μάστορας» και ο «Παραγιός»: Η πνευματική αναμέτρηση του Μαρκ Ρόθκο στη θεατρική σκηνή

Η αναμέτρηση ανάμεσα στην καλλιτεχνική ακεραιότητα και την εμπορευματοποίηση της τέχνης αποτελεί ένα διαχρονικό διανοητικό στοίχημα. Στο βραβευμένο με έξι βραβεία Τόνι έργο του Τζον Λόγκαν, το οποίο γράφτηκε το 2009, ο θεατής καλείται να παρακολουθήσει από κοντά τη σύνθετη ψυχοσύνθεση του κορυφαίου Αμερικανού εξπρεσιονιστή ζωγράφου Μαρκ Ρόθκο, μέσα από τη δυναμική σχέση του με έναν νεαρό βοηθό. Πρόκειται για μια σκηνική συνάντηση που θέτει στο επίκεντρο τον ναρκισσισμό του δημιουργού, τα ψυχικά του τραύματα και τον εγκλωβισμό του σε έναν ιδιότυπο «γυάλινο πύργο» βεβαιοτήτων.

Η σύγκρουση δύο γενεών και οι αδυναμίες της δραματουργίας

Η υπόθεση τοποθετείται στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν ο καταξιωμένος πλέον Ρόθκο αναλαμβάνει τη διακόσμηση ενός πολυτελούς εστιατορίου για ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες. Στο εργαστήριό του προσλαμβάνει ως βοηθό τον Κένεθ, έναν απόφοιτο της Σχολής Καλών Τεχνών. Σταδιακά, η σχέση εξάρτησης και υποταγής εξελίσσεται σε ένα πεδίο εύθραυστης εμπιστοσύνης, όπου ο νεαρός παύει να είναι απλός εκτελεστής εντολών και αρχίζει να αμφισβητεί ανοιχτά τον μέντορά του, οδηγώντας την πλοκή προς έναν συμβολικό οιδιπόδειο φόνο.

Παρά το ενδιαφέρον της θεματικής, το ίδιο το κείμενο του Λόγκαν εμφανίζει στιγμές δραματουργικής αμηχανίας. Ο διάλογος συχνά αναλώνεται σε μια καταιγίδα πληροφοριών που παραπέμπει σε δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, ανακυκλώνοντας γνωστά κλισέ γύρω από το τι συνιστά αυθεντική τέχνη και τι «ξεπούλημα» στην αγορά. Επιπλέον, τα ψυχολογικά κίνητρα του νεαρού βοηθού και το προσωπικό του τραύμα μοιάζουν ενίοτε τοποθετημένα τεχνητά, λειτουργώντας περισσότερο ως εργαλεία εκβίασης της δραματικής έντασης παρά ως οργανικά στοιχεία της πλοκής.

Ο «Μάστορας» και ο «Παραγιός»: Η πνευματική αναμέτρηση του Μαρκ Ρόθκο στη θεατρική σκηνή

Η ερμηνευτική προσέγγιση: Η εσωστρέφεια του Κιμούλη και η αμεσότητα του Γκοτσόπουλου

Το πραγματικό ενδιαφέρον της παράστασης μετατοπίζεται στις ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών. Ο Γιώργος Κιμούλης ενσαρκώνει έναν Ρόθκο εγκλωβισμένο σε ένα απροσπέλαστο «χρηματοκιβώτιο συναισθημάτων». Αποδίδει με αξιοσημείωτη φυσικότητα και χωρίς μελοδραματικές εξάρσεις την αδυναμία του ζωγράφου να ανοιχτεί ουσιαστικά στον άλλον, αποτυπώνοντας την παγερή καταστολή κάθε συναισθήματος ακριβώς τη στιγμή που μοιάζει έτοιμος να εκφράσει πατρική στοργή. Ταυτόχρονα, δίνει στον ρόλο μια κάπως πιο «αγοραία» χροιά, θυμίζοντας παλαιότερους Έλληνες εικαστικούς με έντονο το στοιχείο του «μάστορα» απέναντι στον παραγιό του.

Στον αντίποδα, ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος επιλέγει έναν πιο εκφραστικό και ευανάγνωστο τόνο για τον ρόλο του Κένεθ. Καταγράφει με καθαρότητα τη διαδοχική ψυχρολουσία που βιώνει ο ήρωάς του μπροστά στην απόρριψη του δασκάλου του. Αν και η προσέγγισή του είναι πιο θεαματική και άμεσα προσβάσιμη για το ευρύ κοινό, η ουσιαστική αλήθεια της σκηνικής σύγκρουσης αναδεικνύεται κυρίως στη χαμηλόφωνη, εσωτερική ένταση που επιβάλλει ο έμπειρος συμπρωταγωνιστής του.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom