OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Αγορά ακινήτων: Σε παράλληλο σύμπαν προσφορά και ζήτηση – Στην 3η θέση της Ευρώπης η Αθήνα σε απροσιτότητα

Σε ένα διαρκώς διογκούμενο «χάσμα» μεταξύ των οικονομικών δυνατοτήτων των πολιτών και των απαιτήσεων των πωλητών κινείται η ελληνική αγορά κατοικίας. Παρά τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες και τα προγράμματα επιδότησης επιτοκίου, όπως το «Σπίτι μου», η στεγαστική κρίση βαθαίνει, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο παράδοξο: η συντριπτική πλειονότητα των ενδιαφερόμενων αναζητά προσιτή στέγη, την ώρα που η διαθέσιμη προσφορά εστιάζει σε ακίνητα υψηλού κόστους, απρόσιτα για το μέσο ελληνικό νοικοκυριό.
Το χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην ελληνική κτηματαγορά
Η έντονη αναντιστοιχία είναι ιδιαίτερα αισθητή στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ρεπορτάζ, η μαζική ζήτηση συγκεντρώνεται σε ακίνητα με τιμή πώλησης έως 200.000 με 250.000 ευρώ. Ωστόσο, η υφιστάμενη προσφορά κατοικιών —ειδικά όσον αφορά τα νεόδμητα ή ανακαινισμένα ακίνητα— κινείται κατά κύριο λόγο από τις 300.000 ευρώ και πάνω.
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στην καθηλωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Παρότι καταγράφηκαν ονομαστικές αυξήσεις στις αποδοχές τα τελευταία έτη, αυτές αποδείχθηκαν κατώτερες των ραγδαίων ανατιμήσεων στα ακίνητα, ενώ παράλληλα απορροφήθηκαν πλήρως από το αυξημένο κόστος διαβίωσης και τον πληθωρισμό των βασικών αγαθών. Το αποτέλεσμα είναι η απόκτηση ιδιόκτητης στέγης να μετατρέπεται σε άπιαστο όνειρο για σημαντικό μέρος της κοινωνίας.
Έρευνα Deloitte: Απαιτούνται μισθοί 16 ετών για 70 τ.μ. στην Αθήνα
Η δυσμενής θέση της Ελλάδας αποτυπώνεται με σαφήνεια στην ετήσια πανευρωπαϊκή έρευνα της Deloitte, η οποία καλύπτει τις τάσεις σε 24 χώρες. Η Αθήνα κατατάσσεται ως η τρίτη πιο απρόσιτη πόλη στην Ευρώπη για αγορά στέγης, υποχωρώντας οριακά από τη δεύτερη θέση της προηγούμενης περιόδου. Συγκεκριμένα, ένας εργαζόμενος χρειάζεται πλέον αποδοχές 16 ετών για την αγορά ενός νεόδμητου διαμερίσματος 70 τετραγωνικών μέτρων, με το μέσο κόστος να έχει σκαρφαλώσει στα 4.360 ευρώ ανά τ.μ. (ή 305.480 ευρώ συνολικά), από 4.100 ευρώ/τ.μ. πριν από έναν χρόνο.
Ανάλογη εικόνα πίεσης εμφανίζει και η Θεσσαλονίκη, η οποία βρίσκεται στη 13η θέση της ευρωπαϊκής λίστας. Εκεί απαιτούνται εισοδήματα 12,37 ετών για την απόκτηση 70 τ.μ., με το κόστος ανά τετραγωνικό να ανέρχεται σε 3.089 ευρώ. Στον αντίποδα, η Πάτρα τοποθετείται στην 30ή θέση (8,84 έτη μισθών με 1.600 ευρώ/τ.μ.), αν και παραμένει ακριβότερη σε σύγκριση με ώριμες ευρωπαϊκές αγορές, όπως το Τορίνο (4,73 έτη), το Μάντσεστερ (5,33 έτη) και η Ρώμη (7,92 έτη). Αξίζει να σημειωθεί ότι στην κορυφή της σχετικής λίστας απροσιτότητας αναρριχήθηκε η Αυλώνα στην Αλβανία (21 χρόνια μισθών) λόγω τουριστικής ανάπτυξης, ακολουθούμενη από την Πράγα (17 χρόνια).
Υδροκεφαλισμός και χαμηλό στεγαστικό απόθεμα
Πέρα από τις απόλυτες τιμές, η έρευνα αναδεικνύει τον έντονο «υδροκεφαλισμό» της ελληνικής αγοράς. Το κόστος αγοράς νεόδμητου διαμερίσματος στην Αθήνα είναι κατά 2,26 φορές υψηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο (1.930 ευρώ/τ.μ.). Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ πρωτεύουσας και επικράτειας στην Ευρώπη, πίσω μόνο από το κεντρικό Λονδίνο (2,27 φορές) και πάνω από το Μόναχο (2,15 φορές).
Το πρόβλημα επιτείνεται από ένα βαθύτερο δομικό έλλειμμα: η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει το χαμηλότερο απόθεμα κατοικιών σε σχέση με τον πληθυσμό της σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Χωρίς ουσιαστική αύξηση της προσφοράς ακινήτων σε ρεαλιστικές τιμές, η ανισορροπία στην αγορά απειλεί να παγιώσει τη στεγαστική επισφάλεια για τα επόμενα χρόνια.























