OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο καθόλου «αφανής» μεταφραστής των ελληνικών γραμμάτων

Στη συνείδηση του ευρύτερου κοινού, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παραμένει ο κορυφαίος «κοσμοκαλόγερος» της ελληνικής πεζογραφίας, ο συγγραφέας που αποτύπωσε όσο λίγοι τη θαλασσινή αύρα, τη θρησκευτική κατάνυξη και τη ζωή της ελληνικής υπαίθρου. Ωστόσο, πίσω από το σπουδαίο πρωτότυπο έργο του κρύβεται μια εξίσου ογκώδης και καθοριστική δραστηριότητα: αυτή του επαγγελματία μεταφραστή. Κατά την περίοδο 1882-1908, ο Σκιαθίτης δημιουργός βιοπορίστηκε μεταφράζοντας ακατάπαυστα ξένη λογοτεχνία και ειδησεογραφία για τον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της εποχής, αφήνοντας ανεξίτηλο το προσωπικό του στίγμα.
Από το γαλλικό ρομάντζο στα αγγλόφωνα best-sellers
Η μεταφραστική διαδρομή του Παπαδιαμάντη συνέπεσε με κοσμογονικές αλλαγές στον ευρωπαϊκό εκδοτικό χώρο. Ξεκινώντας από τις σελίδες εφημερίδων όπως η «Εφημερίς», η «Ακρόπολις» και το «Άστυ», ο συγγραφέας κλήθηκε αρχικά να αποδώσει το κυρίαρχο τότε γαλλικό επιφυλλιδογραφικό μυθιστόρημα. Με την πάροδο των δεκαετιών και καθώς ο ίδιος καθιερωνόταν ως διηγηματογράφος, στράφηκε προς τα δημοφιλή αγγλόφωνα έργα της εποχής, μεταφράζοντας επιτυχίες όπως ο «Δράκουλας», το «Κβο Βάντις» και ο «Μπεν Χουρ», ενώ αργότερα ανέλαβε ιστορικά κείμενα των Γκόρντον και Φίνλεϊ κατόπιν παραγγελίας του Γιάννη Βλαχογιάννη.
Η μεταφραστική του στρατηγική δεν υπήρξε ποτέ επίπεδη ή τυποποιημένη. Ο Παπαδιαμάντης διέπρεπε στις θαλασσινές περιπέτειες, στις περιγραφές εξωτικών τοπίων και σε ιστορικές περιόδους όπως η ρωμαϊκή. Αντιθέτως, όταν ερχόταν αντιμέτωπος με την αστική τοπογραφία και κουλτούρα –πεδία μακριά από τη δική του ιδιοσυγκρασία– συχνά συνόψιζε, απάλειφε ή προσάρμοζε τα κείμενα στα ελληνικά δεδομένα.

Μια ισχυρή συγγραφική ταυτότητα μέσα στο ξένο κείμενο
Στη σύγχρονη μεταφρασεολογία συχνά εξυμνείται η «αορατότητα» του μεταφραστή. Ο Παπαδιαμάντης, ωστόσο, υπήρξε κάθε άλλο παρά αφανής. Αντί να εξαφανίζεται πίσω από το πρωτότυπο, μπόλιαζε τα μεταφράσματά του με τη δική του μοναδική γλωσσική παλέτα: συνδύαζε αρμονικά διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες, έπλαθε σύνθετες λέξεις δανεισμένες από την υμνογραφία και την αρχαία γραμματεία και επέβαλλε έναν σαγηνευτικό ρυθμό, ιδίως στην απόδοση των ποιημάτων.
Παράλληλα, δεν δίσταζε να παρέμβει ιδεολογικά στο πρωτότυπο υλικό. Μέσα από σημειώσεις, σχόλια ή ακόμη και απευθείας τροποποιήσεις του κειμένου, προσάρμοζε το περιεχόμενο ώστε να μην προσκρούει στις θρησκευτικές ή ηθικές του αξίες, καθιστώντας την παρουσία του ενεργή και αναγνωρίσιμη στον αναγνώστη.
Η γόνιμη αλληλεπίδραση πρωτοτύπου και μετάφρασης
Η σχέση του Παπαδιαμάντη με τις μεταφράσεις του ήταν βαθιά οργανική. Το πρωτότυπο έργο του τροφοδοτήθηκε θεματολογικά και υφολογικά από τα κείμενα που επεξεργάστηκε. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα στα «Ρόδιν’ ακρογιάλια» (1908), όπου ένα δίστιχο που για δεκαετίες θεωρούνταν δικό του ποίημα («Αγάπες ταξιδιάρες στο κύμα το θολό…»), αποδείχθηκε τελικά ότι ήταν παλαιότερη μετάφρασή του σε στίχους του Ζιλ Κλαρετί.
Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει τα ρευστά όρια ανάμεσα στη μετάφραση και την πρωτότυπη δημιουργία στη σκέψη του μεγάλου Σκιαθίτη. Η μελέτη του μεταφραστικού του έργου δεν αποτελεί απλώς ένα συμπλήρωμα στη βιογραφία του, αλλά το απαραίτητο κλειδί για να επαναπροσδιορίσουμε και να κατανοήσουμε σε βάθος τη λογοτεχνική του κληρονομιά.
























