OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Έλσα Λιαροπούλου – «Η επιστροφή»: Όταν οι δεσμώτες επιλέγουν το σκοτάδι του σπηλαίου

Στη νέα της συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Η επιστροφή», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι, η Έλσα Λιαροπούλου καταθέτει μια πολυεπίπεδη σπουδή πάνω στον ανθρώπινο εγκλεισμό και την εθελούσια απομόνωση. Αντλώντας έμπνευση από ένα από τα θεμελιώδη κείμενα της δυτικής φιλοσοφίας, την αλληγορία του πλατωνικού σπηλαίου, η συγγραφέας επιλέγει να αντιστρέψει το κλασικό σχήμα. Ενώ στον Πλάτωνα οι δεσμώτες αγνοούν την ύπαρξη του ηλιακού φωτός και αρκούνται στις σκιές, οι ήρωες της Λιαροπούλου γνωρίζουν το φως αλλά το απαρνούνται συνειδητά, αναζητώντας καταφύγιο στα προσωπικά, ερεβώδη τους βάθη.
Οικογενειακή ασφυξία και κλειστοφοβικά καταφύγια
Το σύμπαν του βιβλίου συγκροτείται από χαρακτήρες παγιδευμένους σε στενόχωρα δωμάτια, ψυχρά αστικά διαμερίσματα και αποπνικτικές οικογενειακές συνθήκες. Στο εναρκτήριο κιόλας διήγημα, μια δεκαπεντάχρονη μαθήτρια βιώνει το καθημερινό μεσημεριανό τραπέζι ως έναν τόπο μαρτυρίου, συλλέγοντας θραύσματα εικόνων από τον δρόμο για να τα προβάλει στον τοίχο της κουζίνας, πριν οραματιστεί έναν λυτρωτικό υδροστρόβιλο που θα σαρώσει την οικογενειακή φρίκη.
Το μοτίβο της οικιακής παγίδευσης επανέρχεται με αμείωτη ένταση σε ιστορίες όπως «Η πολυθρόνα». Εκεί, ένας ενήλικος γιος παραμένει καθηλωμένος σε μια μητρική μέγγενη, καταναλώνοντας βουλιμικά υπερβολικές ποσότητες φαγητού, ανίκανος να αποκοπεί από τον ασφυκτικό συναισθηματικό του ιστό. Αντίστοιχα, στο διήγημα «Η λίμνη», η οικογενειακή πλήξη κορυφώνεται γύρω από ένα λερωμένο τραπεζομάντηλο, με τις κηλίδες του κόκκινου κρασιού να προσομοιάζουν με νωπό αίμα, επισφραγίζοντας την ψυχική συντριβή των προσώπων.

Το στοιχείο του νερού και η λογοτεχνική κατασκευή
Ιδιαίτερη βαρύτητα στην ατμόσφαιρα των κειμένων έχει το υδάτινο στοιχείο, το οποίο λειτουργεί άλλοτε ως πηγή γαλήνης και άλλοτε ως υπαρξιακή απειλή. Από τα απειλητικά νερά που εισβάλλουν στους εφιάλτες μιας γυναίκας η οποία υποφέρει από αϋπνία, έως την απομονωμένη καλύβα όπου τα ορμητικά ρεύματα συντονίζονται με τη μανία της φύσης, η φύση αντανακλά τη βαθιά εσωτερική αναταραχή των πρωταγωνιστών.
Η συγγραφική εμπειρία της Λιαροπούλου, η οποία δραστηριοποιείται στα ελληνικά γράμματα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, είναι εμφανής στον τρόπο δόμησης των ιστοριών. Με προσεκτικά επιλεγμένες λεπτομέρειες, κατορθώνει να υποβάλει στον αναγνώστη την αίσθηση μιας διαρκούς, υποδόριας απειλής. Η αφήγηση διαθέτει πειστικότητα και ρυθμό, φωτίζοντας τις πιο σκοτεινές πτυχές της μοναξιάς και της ανθρώπινης παραίτησης.
Η επιλογή του επιλόγου και η τελική αποτίμηση
Παρά τη στιβαρή αρχιτεκτονική του συνόλου, το ενδέκατο και καταληκτικό κείμενο της συλλογής διαφοροποιείται αισθητά. Σε αυτό, η συγγραφέας ξεκινά με μια αυτοαναφορική διερεύνηση των προθέσεών της, για να καταλήξει στην ενσωμάτωση ενός διηγήματος γραμμένου από μια άλλη, ερασιτέχνη δημιουργό. Πρόκειται για μια απόφαση που φαίνεται να υπαγορεύτηκε περισσότερο από συναισθηματική φόρτιση παρά από αυστηρά λογοτεχνικά κριτήρια, δημιουργώντας μια αισθητή ανισότητα σε σύγκριση με τα προηγούμενα πεζά.
Εν κατακλείδι, «Η επιστροφή» συνιστά μια αξιοπρόσεκτη κατάθεση στη σύγχρονη ελληνική διηγηματογραφία. Παρά την παραφωνία του επιλόγου, η Έλσα Λιαροπούλου χαρτογραφεί με ακρίβεια τα αόρατα τείχη που υψώνουν οι άνθρωποι γύρω τους, αποδεικνύοντας πως πολλές φορές το βαθύτερο σκοτάδι δεν επιβάλλεται, αλλά επιλέγεται.























