OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Κινηματογραφικός κορεσμός: Ο παραλογισμός της υπερπροσφοράς στις ελληνικές αίθουσες και ο χαμένος θεατής

Το ερώτημα «εσείς πόσες ταινίες είδατε σήμερα;» μοιάζει να αποκτά έναν σχεδόν ειρωνικό τόνο μπροστά στην πραγματικότητα που διαμορφώνεται τις τελευταίες εβδομάδες στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες. Σε ένα περιβάλλον όπου οι επιλογές πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς ανεξέλεγκτους, η παραδοσιακή έξοδος για σινεμά τείνει να μετατραπεί από πολιτιστική απόλαυση σε έναν αγώνα ταχύτητας δίχως προορισμό.
Ο πληθωρισμός των πρεμιερών και το παράδοξο της επιλογής
Με δώδεκα νέες ταινίες να κάνουν πρεμιέρα μέσα σε μία μόλις εβδομάδα –και άλλες δέκα να έχουν προηγηθεί την αμέσως προηγούμενη– η εγχώρια κινηματογραφική αγορά ασφυκτιά. Στις μαρκίζες των αιθουσών συνωστίζονται ταυτόχρονα φεστιβαλικά δράματα, υπερπαραγωγές φαντασίας για τα multiplex, επανεκδόσεις κλασικών δημιουργιών όπως του Γουίλιαμ Γουάιλερ, η νέα ταινία του Ρομέν Γαβρά, ελληνικά ντοκιμαντέρ και παιδικά κινούμενα σχέδια. Πρόκειται για έναν κατάλογο που απευθύνεται θεωρητικά σε όλα τα κοινά, αλλά πρακτικά κινδυνεύει να μην αγγίξει κανένα.
Ο μέσος θεατής, ακόμα και ο πιο συνεπής σινεφίλ, βρίσκεται αντιμέτωπος με το λεγόμενο παράδοξο της επιλογής. Μέσα σε ένα πλαίσιο συμπιεσμένου ελεύθερου χρόνου και περιορισμένης αγοραστικής δύναμης, η υπερπληθώρα τίτλων οδηγεί σε αναπόφευκτο κατακερματισμό. Αξιόλογες ανεξάρτητες παραγωγές που χρειάζονται χρόνο προβολής ώστε να λειτουργήσει η διάδοση από στόμα σε στόμα, αποσύρονται κακήν κακώς έπειτα από επτά μόλις ημέρες. Η διάρκεια ζωής των ταινιών στη σκοτεινή αίθουσα έχει συρρικνωθεί δραματικά, καθιστώντας τη συνάντησή τους με το κοινό σχεδόν αδύνατη.

Η πίεση της διανομής και η υποτίμηση του καλλιτεχνικού έργου
Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά των θεατών, αλλά στις στρεβλώσεις του συστήματος διανομής. Οι εταιρείες διανομής στην Ελλάδα βρίσκονται συχνά δεσμευμένες από διεθνή συμβόλαια και υποχρεώσεις προβολών, με συνέπεια να διοχετεύουν στην αγορά μαζικά ταινίες, ανεξάρτητα από το αν οι αίθουσες μπορούν πραγματικά να τις απορροφήσουν. Αυτή η μηχανιστική διαδικασία μετατρέπει το κινηματογραφικό έργο σε ένα ταχέως αναλώσιμο εμπορικό προϊόν με ημερομηνία λήξης λίγων ημερών.
Όταν η τέχνη αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως όγκος περιεχομένου που πρέπει απλώς να «καεί» στις οθόνες για να συμπληρωθούν τα προγράμματα, η ίδια η αξία της υπονομεύεται. Το κοινό αποπροσανατολίζεται, οι αιθουσάρχες πιέζονται οικονομικά και το ίδιο το πολιτιστικό αποτύπωμα της έβδομης τέχνης αποδυναμώνεται.
Αναζητώντας ένα βιώσιμο μέλλον για τη σκοτεινή αίθουσα
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι πλατφόρμες streaming διεκδικούν τον ελεύθερο χρόνο των πολιτών, η εμπειρία της σκοτεινής αίθουσας οφείλει να προστατευθεί μέσα από τη στρατηγική επιμέλεια και όχι μέσα από τον ανεξέλεγκτο κορεσμό. Η επιβίωση του σινεμά δεν θα κριθεί από τον αριθμό των νέων τίτλων που καταφθάνουν κάθε Πέμπτη, αλλά από τη δυνατότητα του κοινού να συνδεθεί ουσιαστικά με τις ιστορίες που προβάλλονται στο πανί. Αν η υπερπροσφορά συνεχίσει να απαξιώνει το προϊόν, ο χαμένος δεν θα είναι μόνο τα ταμεία, αλλά η ίδια η σχέση της κοινωνίας με τη συλλογική θέαση.
























