OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Ουγγρική Εξέγερση 1956: Ο ρόλος των Ελλήνων προσφύγων και το τείχος της ιστορικής σιωπής

Η ένοπλη ουγγρική εξέγερση του 1956, που ξέσπασε στις 23 Οκτωβρίου και καταπνίγηκε στις 10 Νοεμβρίου από τα σοβιετικά τανκς, αποτελεί ένα από τα πιο δραματικά ορόσημα του Ψυχρού Πολέμου. Ο απολογισμός της αιματηρής σύγκρουσης στη Βουδαπέστη υπήρξε βαρύς: τουλάχιστον 2.500 Ούγγροι και περισσότεροι από 700 Σοβιετικοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους, δεκάδες χιλιάδες τραυματίστηκαν, ενώ 200.000 άνθρωποι διέφυγαν στη Δύση. Πέρα όμως από τις διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες, τα γεγονότα αυτά φέρνουν στο φως μια λιγότερο γνωστή, αλλά εξαιρετικά αποκαλυπτική πτυχή: τη στάση και τη δράση των Ελλήνων κομμουνιστών πολιτικών προσφύγων που ζούσαν τότε στην Ουγγαρία.
Η ρήξη στη διεθνή Αριστερά και η ιδεολογική κρίση
Το 1956 υπήρξε έτος βαθιάς κρίσης για το κομμουνιστικό κίνημα. Παρά τις προσδοκίες για εκδημοκρατισμό που είχε δημιουργήσει το 20ό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ), η βίαιη καταστολή των Ούγγρων εργατών και φοιτητών προκάλεσε βαθύ ρήγμα. Διανοητές όπως ο Κλοντ Λεφόρ και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, μέσα από το ιστορικό περιοδικό «Socialisme ou barbarie», ανέδειξαν τα ένοπλα Εργατικά Συμβούλια ως έκφραση μιας αυθεντικής προλεταριακής επανάστασης. Στη Δυτική Ευρώπη, η υποστήριξη της σοβιετικής επέμβασης από ηγετικές μορφές όπως ο Παλμίρο Τολιάτι, ο οποίος έκανε λόγο για «αντεπανάσταση», οδήγησε χιλιάδες μέλη κομμουνιστικών κομμάτων σε μαζική αποστασιοποίηση και αποχωρήσεις.

Ένοπλη δράση υπέρ του καθεστώτος
Στην Ουγγαρία, η στάση των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων –ηττημένων του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου– υπήρξε ριζικά διαφορετική. Όπως επιβεβαιώνουν σύγχρονες ιστορικές έρευνες σε αρχειακό υλικό, όπως αυτές του ιστορικού Κώστα Τσίβου, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων προσφύγων τάχθηκε ανοιχτά στο πλευρό των σοβιετικών δυνάμεων και της δοτής ηγεσίας.
Στο βιβλίο του «Οι παράνομοι», το ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ Σταύρος Κασιμάτης καταγράφει ότι πολλοί πρόσφυγες εντάχθηκαν σε ένοπλα αποσπάσματα για την υπεράσπιση του καθεστώτος. Μάλιστα, περιγράφει το τέχνασμα σύμφωνα με το οποίο Έλληνες μετακινούσαν τις πινακίδες των συνόρων με την Αυστρία χιλιόμετρα βαθύτερα στην ουγγρική επικράτεια. Οι ανυποψίαστοι φυγάδες, θεωρώντας ότι είχαν φτάσει στην ελευθερία, έπεφταν στις ενέδρες των ενόπλων και συλλαμβάνονταν μαζικά, γεγονός που οδήγησε ακόμη και σε παρασημοφορήσεις.
Το τραύμα και η διαρκής άρνηση της μαρτυρίας
Σε αντίθεση με τους δυτικοευρωπαίους ομοϊδεάτες τους, οι Έλληνες κομμουνιστές που έζησαν τα γεγονότα στο ανατολικό μπλοκ επέλεξαν τη διαρκή σιωπή. Ακόμη και κορυφαίες πνευματικές προσωπικότητες, όπως ο συγγραφέας Δημήτρης Χατζής, ο οποίος βρισκόταν στη Βουδαπέστη έχοντας ήδη απομακρυνθεί από το κόμμα, αρνήθηκαν κατηγορηματικά να μιλήσουν δημόσια για την αυταρχική πραγματικότητα των καθεστώτων, στάση για την οποία επικρίθηκε δριμύτατα από τον κριτικό Δημήτρη Ραυτόπουλο. Αυτό το ιδεολογικό και ψυχολογικό πέπλο σιωπής διατηρήθηκε απαράλλακτο όχι μόνο κατά τον επαναπατρισμό μετά τη μεταπολίτευση, αλλά ακόμη και μετά την οριστική κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.























