OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Ελληνική οικονομία: Υπό πίεση οι καταναλωτικές δαπάνες – Οι προειδοποιήσεις του ΙΟΒΕ για τον βασικό μοχλό της ανάπτυξης

Σοβαρές πιέσεις στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών ασκεί η επιμονή του πληθωρισμού, υποσκάπτοντας τη δυναμική της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια τον βασικό κινητήριο μοχλό της ανάπτυξης και της υπεραπόδοσης της ελληνικής οικονομίας έναντι της Ευρωζώνης. Στην τριμηνιαία έκθεσή του, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας πως οι διαρκείς ανατιμήσεις απειλούν να εξαντλήσουν τα περιθώρια ανθεκτικότητας της εγχώριας αγοράς.
Αναθεώρηση προβλέψεων: Επιμένει ο πληθωρισμός, επιβραδύνει η κατανάλωση
Όπως επεσήμανε κατά την παρουσίαση της έκθεσης ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, ο δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα κινείται με ρυθμούς ταχύτερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η διεθνής γεωπολιτική αβεβαιότητα και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή τροφοδοτούν περαιτέρω τις ανατιμήσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, το ΙΟΒΕ αναθεώρησε ανοδικά τις εκτιμήσεις του για τον εναρμονισμένο πληθωρισμό, τοποθετώντας τον στο 4% για φέτος και στο 3% το 2027 (από 3,7% και 2,7% αντίστοιχα στις εκτιμήσεις του Ιουλίου).
Παράλληλα, ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης εκτιμάται στο 1,8% για το τρέχον έτος, ενώ για το 2027 προβλέπεται οριακή αποκλιμάκωση στο 1,9% (από 2%). Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο εστιάζεται στην ιδιωτική κατανάλωση, όπου καταγράφεται αισθητή επιβράδυνση. Από το 1,9% του 2025, η αύξηση των καταναλωτικών δαπανών αναμένεται να περιοριστεί στο 1,4% το 2026 και στο 1,5% το 2027, επιβεβαιώνοντας τη συρρίκνωση της δυναμικής της.
Το έλλειμμα αποταμίευσης και το βάρος των βασικών αγαθών
Η ανάλυση του ΙΟΒΕ αποτυπώνει ένα βαθύτερο δομικό πρόβλημα: την περίοδο 2019-2024, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό με τις καταναλωτικές δαπάνες. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται ότι η κατανάλωση απορροφά σχεδόν το σύνολο του εισοδήματος των πολιτών, διατηρώντας το ποσοστό αποταμίευσης σε αρνητικό έδαφος. Έτσι, η συνέχιση της καταναλωτικής δραστηριότητας εξαρτάται αποκλειστικά από την αύξηση των ονομαστικών μισθών, καθώς τα νοικοκυριά δεν διαθέτουν αποθεματικά ασφαλείας.
Επιπλέον, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, η ελληνική κατανάλωση βασίστηκε κυρίως σε μη διαρκή αγαθά, όπως τα τρόφιμα και τα είδη πρώτης ανάγκης. Τα συγκεκριμένα προϊόντα κατέγραψαν τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις, δεσμεύοντας δυσανάλογα μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε ο κ. Βέττας, μια κατανάλωση με αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά δεν διαθέτει «δεξαμενές» που μπορούν να τη στηρίξουν μακροπρόθεσμα.
Στοχευμένα μέτρα και οι μακροοικονομικές ισορροπίες
Στο ευρύτερο μακροοικονομικό πεδίο, θετικές παραμένουν οι προοπτικές για την αγορά εργασίας, με την ανεργία να εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει περαιτέρω στο 8,6% και εν συνεχεία στο 7,8%. Οι πάγιες επενδύσεις προβλέπεται να ενισχυθούν κατά 6,5% το 2026 και 4% το 2027, ενώ οι εξαγωγές αναμένεται να κινηθούν ανοδικά κατά 2,5% και 3,1% αντίστοιχα.
Αναφορικά με την άσκηση οικονομικής πολιτικής, το ΙΟΒΕ υπογραμμίζει την ανάγκη ορθολογικής διαχείρισης των κρατικών παρεμβάσεων. Καθώς το πληθωριστικό κύμα επιμένει, τα μέτρα στήριξης οφείλουν να μην στρεβλώνουν τη λειτουργία των αγορών. Ενδεικτικά, στον τομέα των καυσίμων κίνησης, προκρίνεται η απευθείας εισοδηματική ενίσχυση των ευάλωτων ή η μείωση επιβαρύνσεων (όπως τα τέλη κυκλοφορίας), αντί της γενικευμένης επιδότησης της τελικής τιμής μέσω φορολογικών μειώσεων, η οποία ενδέχεται να συντηρήσει τεχνητά την κατανάλωση σε ακατάλληλες συνθήκες.
























