OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
PwC: Επενδυτικό κενό 140 δισ. ευρώ στην ελληνική κατοικία έως το 2025 – Οι προκλήσεις στο real estate

Στο εντυπωσιακό ποσό των 140 δισεκατομμυρίων ευρώ ανέρχεται η σωρευτική υστέρηση των επενδύσεων στον τομέα της κατοικίας στην Ελλάδα για την περίοδο 2010–2025, σύμφωνα με νέα εμπεριστατωμένη μελέτη της PwC. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει ένα μέσο ετήσιο επενδυτικό έλλειμμα ύψους 8,8 δισ. ευρώ κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας, αναδεικνύοντας τις βαθιές πληγές που άφησε η πολυετής οικονομική κρίση στο στεγαστικό απόθεμα της χώρας.
Όπως επισημαίνει η έκθεση, το 2025 οι επενδύσεις σε κατοικίες αντιστοιχούσαν μόλις στο 3,1% του ελληνικού ΑΕΠ, καταγράφοντας αισθητή απόκλιση από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος κινήθηκε στο 5%. Η ιστορική αυτή σύγκριση φωτίζει τη δομική δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης, η οποία τροφοδοτεί τη συνεχιζόμενη στεγαστική πίεση.
Γήρανση κτιρίων και στροφή σε μικρότερα ακίνητα
Την κατάσταση στην αγορά κατοικίας επιβαρύνουν δραματικά δύο παράγοντες: η έντονη παλαιότητα των υποδομών και ο περιορισμένος ρυθμός ανακαινίσεων. Περισσότερο από το 53% του στεγαστικού αποθέματος ξεπερνά σήμερα τα 45 έτη ζωής. Ταυτόχρονα, η μέση αξία των συναλλαγών κατοικιών ανά τετραγωνικό μέτρο κατέγραψε άλμα της τάξης του 68,7% μεταξύ 2018 και 2025, περιορίζοντας δραστικά την αγοραστική δύναμη των ενδιαφερομένων.
Ως αποτέλεσμα του ράλι τιμών, τα ελληνικά νοικοκυριά αναγκάζονται να συμβιβαστούν με λιγότερα τετραγωνικά. Σύμφωνα με στοιχεία της Re/Max που περιλαμβάνονται στη μελέτη, οι κατοικίες επιφάνειας έως 75 τ.μ. συγκέντρωσαν το 46% του συνόλου των αγορών το 2024, ποσοστό αισθητά αυξημένο συγκριτικά με το 37% του 2021.
Επαγγελματικά ακίνητα: Έντονος δυισμός και εκρηκτική άνοδος στα logistics
Στον τομέα των επαγγελματικών χώρων, η μελέτη της PwC καταγράφει μια αγορά «δύο ταχυτήτων». Στην Αθήνα, η διαθεσιμότητα σύγχρονων, βιοκλιματικών γραφείων υψηλών προδιαγραφών είναι εξαιρετικά περιορισμένη, με το ποσοστό κενών χώρων να περιορίζεται στο 3% το 2025 και τα μισθώματα να αγγίζουν τα 33 ευρώ ανά τ.μ. μηνιαίως. Αντίθετα, στα παλαιότερα γραφεία η κενότητα εκτινάσσεται στο 21%, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως το 90% του γραφειακού αποθέματος της πρωτεύουσας εξακολουθεί να θεωρείται παρωχημένο. Πάντως, περισσότερα από 300.000 τ.μ. νέων γραφείων αναμένεται να παραδοθούν στην αγορά έως το 2027.
Εντυπωσιακή πορεία καταγράφουν οι αποθήκες και τα βιομηχανικά ακίνητα (logistics). Η ακαθάριστη αξία των σχετικών χαρτοφυλακίων των Ανώνυμων Εταιρειών Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία (ΑΕΕΑΠ) εκτοξεύθηκε από τα 50 εκατ. ευρώ το 2018 στα 809,7 εκατ. ευρώ το 2025. Παρά τη δυναμική αυτή, η έλλειψη διαθέσιμης γης και οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις στην αδειοδότηση αποτελούν τροχοπέδη για την ταχύτερη υλοποίηση νέων επενδύσεων.
Ανακατατάξεις στο λιανεμπόριο και τουριστική άνθηση
Στο retail, η διείσδυση του ηλεκτρονικού εμπορίου —οι πωλήσεις του οποίου διπλασιάστηκαν από 2,8 δισ. σε 5,6 δισ. ευρώ— οδήγησε στο κλείσιμο 6.264 φυσικών καταστημάτων μεταξύ 2019 και 2024, παρά τη συνολική αύξηση του τζίρου της αγοράς. Παράλληλα, η Ελλάδα παραμένει ουραγός στα εμπορικά κέντρα, διαθέτοντας μόλις 59 τ.μ. εκμισθώσιμης επιφάνειας ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 263 τ.μ. στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Τέλος, στον τουριστικό τομέα σημειώνεται ξεκάθαρη στροφή προς την πολυτέλεια. Οι κλίνες πεντάστερων ξενοδοχείων ενισχύθηκαν κατά 35% την περίοδο 2018–2024, με τα έσοδα ανά διανυκτέρευση να σημειώνουν άλμα 39,3%, παρότι ο συνολικός αριθμός διανυκτερεύσεων παρέμεινε σχεδόν στάσιμος (+1,8%). Την ίδια στιγμή, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις εδραιώνουν τη δεσπόζουσα θέση τους, με τη συνολική δυναμικότητα να υπερβαίνει το 1 εκατομμύριο κλίνες κατά την περίοδο αιχμής του 2025.
























