OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Για ποιους χτίζονται τα μουσεία σήμερα: Η στροφή από το «φαινόμενο Μπιλμπάο» στις ανάγκες της πόλης

Όταν τον Οκτώβριο του 1997 άνοιξε τις πύλες του το μουσείο Guggenheim στο Μπιλμπάο, σχεδιασμένο από τον Φρανκ Γκέρι, γεννήθηκε ένας παγκόσμιος πολεοδομικός μύθος. Το περίφημο «Bilbao effect» εγκαινίασε την εποχή του μουσείου ως αυτόνομου τουριστικού μαγνήτη, μετατρέποντας υποβαθμισμένες ή άγνωστες περιοχές σε διεθνείς ταξιδιωτικούς κόμβους. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, ο διεθνής αρχιτεκτονικός διάλογος φαίνεται να κάνει μια θεαματική στροφή 180 μοιρών. Στο επίκεντρο του προβληματισμού δεν βρίσκεται πλέον η προσέλκυση επισκεπτών από την άλλη άκρη του κόσμου, αλλά η επανασύνδεση των πολιτιστικών χώρων με τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες και τις γειτονιές τους.
Το τέλος του τουριστοκεντρικού μοντέλου και η παρέμβαση Τσίπερφιλντ
Την αλλαγή αυτού του παραδείγματος συμπύκνωσε με σαφήνεια ο διακεκριμένος Βρετανός αρχιτέκτονας Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ, ο οποίος υπογράφει τη μελέτη επέκτασης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αθήνα. Υπογραμμίζοντας ότι πριν από είκοσι χρόνια ο σχεδιασμός στόχευε στη μέγιστη δυνατή προσέλκυση τουριστών, σημείωσε πως σήμερα η πρόκληση είναι ακριβώς η αντίστροφη. Καθώς οι τουριστικές ροές θεωρούνται πλέον δεδομένες και συχνά ασφυκτικές, το πραγματικό στοίχημα συνίσταται στο πώς ένα μουσείο θα προσελκύσει τους κατοίκους της πόλης και της άμεσης γειτονιάς του, αποτρέποντας τη μετατροπή του σε αποστειρωμένο τουριστικό θύλακα.
Η τοποθέτηση αυτή αντανακλά μια ευρύτερη ανησυχία για τον αντίκτυπο του υπερτουρισμού στα ιστορικά αστικά κέντρα. Όπως επισημαίνει ο αρχιτέκτονας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάνος Δραγώνας, η Αθήνα βιώνει έναν ραγδαίο μετασχηματισμό. Η υπερσυγκέντρωση δραστηριοτήτων φιλοξενίας και αναψυχής εκτοπίζει το καθημερινό εμπόριο και τις βασικές υπηρεσίες, αλλάζοντας ριζικά την ανθρωπογεωγραφία του κέντρου και απειλώντας την ίδια την αυθεντικότητα που αναζητούν οι επισκέπτες.

Από τον Πειραιά στην Ακαδημία Πλάτωνος: Ο δημόσιος χώρος στο επίκεντρο
Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ο νέος αυτός προβληματισμός διαμορφώνει και τον σχεδιασμό νέων εμβληματικών τοπόσημων. Ο αρχιτέκτονας Γιώργος Τσολάκης, το γραφείο του οποίου έχει αναλάβει το Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων στον Πειραιά και το Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών στην Ακαδημία Πλάτωνος, τονίζει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης του μουσείου με το τοπικό και το υπερτοπικό στοιχείο.
Στην περίπτωση της Ηετιώνειας Ακτής στον Πειραιά, το έργο δεν επιδιώκει απλώς να αποτελέσει τουριστικό αξιοθέατο, αλλά λειτουργεί ως πύλη που επανασυνδέει το θαλάσσιο μέτωπο με την πόλη. Μέσω υπερυψωμένων κτιριακών όγκων, απελευθερώνεται πολύτιμος δημόσιος χώρος για τους κατοίκους, ενισχύοντας την κοινωνική διάδραση και την εξωστρέφεια σε μια κατά βάση βιομηχανική και λιμενική ζώνη.
Η αντίφαση της ανάπλασης και η ανάγκη για πράσινες οάσεις
Ωστόσο, η πρόκληση παραμένει σύνθετη. Η επέκταση ενός κορυφαίου μουσείου στο κέντρο της Αθήνας αναπόφευκτα θα ενισχύσει περαιτέρω την τουριστική πίεση. Η απάντηση της αρχιτεκτονικής σε αυτή την αντίφαση εστιάζει στην απόδοση ποιοτικού δημόσιου χώρου πίσω στην πόλη. Η δημιουργία ενός μεγάλου δημόσιου κήπου πάνω από τη νέα επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αποτελεί μια κρίσιμη χειρονομία για μια πρωτεύουσα που διαχρονικά πάσχει από έλλειμμα σχεδιασμένου πρασίνου. Σε μια εποχή όπου η νοσταλγία δεν επαρκεί ως πολεοδομικό σχέδιο, τα μουσεία του 21ου αιώνα οφείλουν να πάψουν να είναι απλοί θεαματικοί προορισμοί και να λειτουργήσουν ως ζωντανά καταφύγια καθημερινής ζωής για τους πολίτες.
























