Ταξίδι στον Άρη: Γιατί μια επανδρωμένη αποστολή μπορεί να αποδειχθεί χωρίς επιστροφή

Ενώ το ενδιαφέρον για την εξερεύνηση του Διαστήματος αναζωπυρώνεται –μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα ενόψει της προγραμματισμένης πτήσης του Αδριανού Γολέμη στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό το 2027–, ο απόλυτος στρατηγικός στόχος παραμένει ο Άρης. Ωστόσο, πίσω από τα φιλόδοξα χρονοδιαγράμματα και τις εντυπωσιακές εξαγγελίες, η επιστημονική πραγματικότητα θέτει ένα αμείλικτο ερώτημα: είναι πράγματι εφικτό ένα ταξίδι στον «Κόκκινο Πλανήτη» με επιστροφή στη Γη;

Από τον πυρετό του Mars One στα σχέδια της SpaceX

Πριν από μερικά χρόνια, το ολλανδικό πρότζεκτ Mars One συγκέντρωσε περίπου 200.000 αιτήσεις από ανθρώπους πρόθυμους να μεταναστεύσουν στον Άρη γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν θα επέστρεφαν ποτέ. Παρότι η εταιρεία οδηγήθηκε τελικά σε χρεοκοπία το 2019, η διαδικασία ανέδειξε μια βαθιά ανθρώπινη επιθυμία για εξερεύνηση στα όρια της αυτοθυσίας. Σήμερα, οργανισμοί όπως η NASA και ιδιωτικές εταιρείες όπως η SpaceX του Έλον Μασκ επεξεργάζονται αποστολές μετ’ επιστροφής. Εντούτοις, πολλοί κορυφαίοι επιστήμονες διατηρούν σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο αυτό είναι βιολογικά υλοποιήσιμο.

Ταξίδι στον Άρη: Γιατί μια επανδρωμένη αποστολή μπορεί να αποδειχθεί χωρίς επιστροφή

Οι καταστροφικές επιπτώσεις της ακτινοβολίας και της μικροβαρύτητας

Όπως επισημαίνει ο διακεκριμένος Βρετανός φυσικός Μπράιαν Κοξ, το πρόβλημα δεν έγκειται πρωτίστως στην τεχνολογία των πυραύλων, αλλά στην ίδια την ανθρώπινη φυσιολογία. Μια αποστολή στον Άρη απαιτεί συνολικό χρόνο ταξιδιού περίπου δύο έως τριών ετών. Σε αυτό το διάστημα, το σώμα ενός αστροναύτη υφίσταται μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις.

Πρώτο και κύριο εμπόδιο αποτελεί η κοσμική ακτινοβολία στο βαθύ Διάστημα, η οποία είναι 700 φορές πιο ισχυρή από εκείνη στη Γη – ποσότητα που ισοδυναμεί με περισσότερες από 600 αξονικές τομογραφίες. Οι βλάβες στο DNA είναι εκτεταμένες και ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου εκτοξεύεται. Παράλληλα, λόγω της έλλειψης βαρύτητας, ο οργανισμός χάνει περίπου 3% της οστικής του μάζας κάθε μήνα. Σε βάθος δύο ετών, η απώλεια οστικής πυκνότητας μπορεί να φτάσει το 50%, προκαλώντας ακραία οστεοπόρωση σε συνδυασμό με εκτεταμένη μυϊκή ατροφία.

Το όριο της ανθρώπινης καρδιάς και το τεχνολογικό αδιέξοδο

Η πιο ανησυχητική συνέπεια αφορά το καρδιαγγειακό σύστημα. Σε συνθήκες παρατεταμένης έλλειψης βαρύτητας, η ανθρώπινη καρδιά δεν χρειάζεται να καταβάλει την ίδια προσπάθεια για να κυκλοφορήσει το αίμα, με αποτέλεσμα να ατροφεί και να συρρικνώνεται κατά περίπου 20%. Εάν ένας τέτοιος οργανισμός επέστρεφε στη βαρύτητα της Γης, η καρδιά δεν θα ήταν σε θέση να τροφοδοτήσει επαρκώς τον εγκέφαλο. Ακόμη και η απλή όρθια στάση θα μπορούσε να επιφέρει άμεση κατάρρευση ή καρδιακή ανακοπή.

Η θωράκιση των διαστημοπλοίων απέναντι στην ακτινοβολία παραμένει τεράστιο τεχνικό ζήτημα, καθώς τα υλικά που απαιτούνται θα καθιστούσαν το σκάφος υπερβολικά βαρύ για ασφαλή εκτόξευση. Όσο συναρπαστικές κι αν είναι οι χολιγουντιανές απεικονίσεις, η σύγχρονη επιστήμη υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη βιολογία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις συνθήκες της Γης, καθιστώντας κάθε όνειρο επιστροφής από τον Άρη εξαιρετικά αμφίβολο.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom