Γλωσσικές παγίδες και ιστορικοί μύθοι: Από τα εθνικά ονόματα μέχρι τον «Φον» Πάουλους και τον Τσόρτσιλ

Η γλώσσα αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό που εξελίσσεται παράλληλα με τη γεωγραφία και την ιστορία. Ωστόσο, στην καθημερινή επικοινωνία, στον δημοσιογραφικό λόγο αλλά και στη δημόσια σφαίρα, ανακύπτουν συχνά δυσεπίλυτα ερωτήματα και διαχρονικές παρανοήσεις. Πώς ονομάζονται οι κάτοικοι απομακρυσμένων χωρών; Πόσο ακριβείς είναι ιστορικοί όροι που θεωρούμε δεδομένους; Και, εν τέλει, υπερισχύει η ιστορική ακρίβεια έναντι της γλωσσικής συνήθειας;

Τα δυσεπίλυτα πατριδωνυμικά της παγκόσμιας γεωγραφίας

Με αφορμή μεγάλα αθλητικά ραντεβού, όπως το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, έρχεται συχνά στην επιφάνεια το αδιέξοδο των πατριδωνυμικών. Ενώ για τα κλασικά ευρωπαϊκά κράτη οι όροι είναι παγιωμένοι, τι συμβαίνει με χώρες όπως το Πράσινο Ακρωτήριο (Κάμπο Βέρντε), το Κουρασάο, η Ακτή Ελεφαντοστού ή το Εκουαδόρ; Οι λύσεις που δίνονται κατά καιρούς –όπως «Ιβοριανοί» ή «Ισημερινέζοι»– φαντάζουν μάλλον εμβαλωματικές.

Το πρόβλημα επεκτείνεται σε ολόκληρη την υφήλιο: από τη Μιανμάρ, το Λάος και το Ανατολικό Τιμόρ στην Ασία, μέχρι το Μάλι, το Τσαντ, την Μπουρκίνα Φάσο, τον Νίγηρα και το Σάου Τομέ και Πρίνσιπε στην Αφρική. Πρόκειται για περιπτώσεις όπου η ελληνική γλώσσα δυσκολεύεται να παράξει εύηχα παράγωγα ουσιαστικά, αφήνοντας τους ομιλητές σε αμηχανία.

Στον αντίποδα, η γεωγραφία συχνά εμπνέει τη λογοτεχνία με πραγματικές βάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το διάσημο μυθιστόρημα του Ντάνιελ Ντιφόου: το απομονωμένο νησί όπου ναυάγησε ο Ροβινσών Κρούσος ταυτίζεται με το αρχιπέλαγος Χουάν Φερνάντες στα ανοιχτά της Χιλής, βασισμένο στην πραγματική περιπέτεια του ναυτικού Αλεξάντερ Σέλκιρκ.

Γλωσσικές παγίδες και ιστορικοί μύθοι: Από τα εθνικά ονόματα μέχρι τον «Φον» Πάουλους και τον Τσόρτσιλ

Ιστορικές ανακρίβειες: Οι Συνθήκες της Βεστφαλίας και ο «στρατάρχης χωρίς φον»

Πέρα από τα γεωγραφικά ζητήματα, η ιστοριογραφία βρίθει συμβάσεων που απαιτούν ουσιαστικές επισημάνσεις αντί για στείρο διορθωτισμό. Σύνηθες παράδειγμα είναι η αναφορά στη «Συνθήκη της Βεστφαλίας» του 1648, με την οποία τερματίστηκε ο Τριακονταετής Πόλεμος. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για δύο διακριτές συμφωνίες που υπεγράφησαν σε συγκεκριμένες πόλεις και όχι σε μια αχανή περιοχή: μία στο Μίνστερ (μεταξύ Αψβούργων και Γαλλίας) και μία στο Οσναμπρικ (μεταξύ Αψβούργων και Σουηδίας).

Αντίστοιχα, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μάχη του Στάλινγκραντ, η ιστορική μνήμη έχει αδίκως αποδώσει αριστοκρατικό τίτλο στον επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων. Ο στρατάρχης που συνθηκολόγησε με τους Σοβιετικούς ονομαζόταν απλώς Φρίντριχ Πάουλους. Το πρόθεμα «φον» προστέθηκε από κεκτημένη ταχύτητα, λόγω της παρουσίας πολλών άλλων ευγενών Γερμανών αξιωματικών, όπως οι Φον Μανστάιν, Φον Ρούντστεντ και Φον Μποκ.

Η δύναμη του «χρονίως κοινολεκτούμενου»

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: πρέπει να διορθώνεται ένας όρος όταν έχει καθιερωθεί επί δεκαετίες στη συλλογική συνείδηση; Το παράδειγμα του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ είναι χαρακτηριστικό. Παρότι η πιστή φωνητική απόδοση θα ήταν «Τσέρτσιλ», το ιστορικό του αποτύπωμα στην Ελλάδα είναι τέτοιο που οποιαδήποτε απόπειρα διόρθωσης μοιάζει άστοχη.

Παρόμοια φαινόμενα συναντώνται παντού: από το ολλανδικό τυρί Γκούντα (ορθή προφορά: «Χάουντα») έως το Πανεπιστήμιο Κολούμπια (συχνά αναφερόμενο ως Κολάμπια). Ακόμη και στο πεδίο των κλασικών γραμμάτων, οι «Άθλιοι» (Les Misérables) του Βίκτωρος Ουγκώ απέκτησαν στα ελληνικά ένα επίθετο με αρνητική και απαξιωτική χροιά, σε αντίθεση με το πρωτότυπο γαλλικό νόημα που περιγράφει τους δυστυχείς, τους ταλαιπωρημένους και τους κατατρεγμένους της κοινωνίας.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom