OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
«Η Φόνισσα» στο Θέατρο Έργον: Ένα υποκριτικό ρεσιτάλ ανάμεσα σε σκηνοθετικές αντιφάσεις

Η αναμέτρηση με το παπαδιαμαντικό σύμπαν αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο απαιτητικά εγχειρήματα της ελληνικής θεατρικής σκηνής. Στο Θέατρο «Έργον», η αναβίωση της ιστορικής διασκευής της «Φόνισσας» από τον Σωτήρη Χατζάκη, με τη Λυδία Κονιόρδου στον εμβληματικό ρόλο της Φραγκογιαννούς, επαναφέρει στο προσκήνιο τη σκοτεινή μορφή της πιο τρομερής γραίας της νεοελληνικής γραμματείας. Πρόκειται για μια παραγωγή με έντονο παρελθόν –πρωτοανέβηκε το 1998– η οποία ωστόσο σήμερα διχάζει ως προς τη δραματουργική της επικαιρότητα, γεννώντας την αίσθηση μιας παράστασης όπου το πρωταγωνιστικό «όργανο» παίζει άλλο σκοπό από την υπόλοιπη ορχήστρα.
Η παγίδα του φολκλόρ και η αναζήτηση του αρχαίου δράματος
Στο επίκεντρο της σκηνοθετικής σύλληψης του Σωτήρη Χατζάκη βρίσκεται η προσπάθεια σύνδεσης της Φραγκογιαννούς με τις ηρωίδες της αρχαίας τραγωδίας, όπως η Μήδεια και η Αγαύη. Για να γεφυρώσει την αγροτική πραγματικότητα του 19ου αιώνα με το εκστατικό βάθος του αρχαιοελληνικού μύθου, η σκηνοθεσία επιστρατεύει το λαϊκό δρώμενο: αρραβωνιάσματα, μοιρολόγια, στολίσματα νύφης και νανουρίσματα. Εντούτοις, η επίμονη χρήση του ρουστίκ στοιχείου μετατρέπει εν μέρει τη σκηνή σε μουσείο παράδοσης, διολισθαίνοντας σε μια ακράτητη ηθικολογία που στερείται τη σύγχρονη θεατρική οξύτητα.
Αυτή η προσέγγιση, που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 είχε πρωτοποριακό χαρακτήρα, σήμερα μοιάζει σκονισμένη. Ο Παπαδιαμάντης παραμένει ένας συγγραφέας που παγιδεύει εύκολα τους μελετητές του, καθώς η ιδιότυπη γραφή του συχνά οδηγεί σε παραναγνώσεις. Στη συγκεκριμένη εκδοχή, η υποδόρια ειρωνεία και το διακριτικό χιούμορ του Σκιαθίτη πεζογράφου παραμερίζονται, δίνοντας τη θέση τους σε ένα βαρύγδουπο κήρυγμα που απευθύνεται περισσότερο στη νοσταλγία παρά στη σύγχρονη υπαρξιακή αναζήτηση.

Η σαρωτική παρουσία της Λυδίας Κονιόρδου
Παρά τις όποιες ενστάσεις για το σκηνοθετικό περίβλημα, η παράσταση δικαιώνεται χάρη στο υποκριτικό της μέγεθος. Η Λυδία Κονιόρδου, πλαισιωμένη από έναν αξιόμαχο θίασο και τη ζωντανή μουσική καθοδήγηση του Τάκη Φαραζή, παραδίδει μια ερμηνεία σπάνιας πυκνότητας. Η ηθοποιός ενσαρκώνει τη Φραγκογιαννού με όλες τις εσωτερικές της αντιφάσεις, αποδίδοντας την ψυχολογική της κατάρρευση και τη δολοφονική της μανία όχι ως απλή παραφροσύνη, αλλά ως τραγική, απεγνωσμένη απόπειρα λύτρωσης απέναντι στη μοίρα των γυναικών της εποχής της.
Το τελικό αποτέλεσμα αφήνει τον θεατή με μια διττή εμπειρία. Από τη μία πλευρά, παρακολουθεί μια αισθητική πρόταση που δείχνει να ανήκει σε περασμένες δεκαετίες, εγκλωβισμένη σε ένα φολκλορικό φορτίο. Από την άλλη, η απαράμιλλη τεχνική και το πάθος της πρωταγωνίστριας καταφέρνουν να αναδείξουν το μεγαλείο του κειμένου. Ακόμη και αν η παράσταση θυμίζει συναυλία όπου η ορχήστρα και ο σολίστας ακολουθούν παράλληλους δρόμους, η επαφή με τον λόγο του Παπαδιαμάντη και την υποκριτική δεινότητα της Κονιόρδου παραμένει αναμφίβολα κερδισμένη.
























