Πόσο κόστισε τελικά η διάσωση των ελληνικών τραπεζών: Η ακτινογραφία της μελέτης ΙΟΒΕ και LSE

Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά το ξέσπασμα της βαθύτερης οικονομικής κρίσης στη σύγχρονη ιστορία της χώρας και με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) να έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο, ένα κρίσιμο ερώτημα παραμένει ζωντανό στον δημόσιο διάλογο: ποιο ήταν το πραγματικό κόστος της διάσωσης του τραπεζικού συστήματος για τον Έλληνα φορολογούμενο;

Μια εμπεριστατωμένη κοινή μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και του Financial Markets Group του LSE επιχειρεί να αποτιμήσει τη συνολική παρέμβαση, εξετάζοντας όχι μόνο τα κεφάλαια που διοχετεύθηκαν, αλλά και τις καταστροφικές συνέπειες που αποφεύχθηκαν για την εθνική οικονομία.

Ο λογαριασμός των 46,7 δισ. ευρώ και η προστασία των καταθέσεων

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το ΤΧΣ διέθεσε συνολικά 46,7 δισεκατομμύρια ευρώ από το 2010 για ανακεφαλαιοποιήσεις, εξυγιάνσεις και αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου. Από το ποσό αυτό, τα 14,4 δισ. ευρώ αφορούσαν την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού για 12 πιστωτικά ιδρύματα που έκλεισαν κατά την περίοδο 2011-2013 (όπως η Αγροτική Τράπεζα, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και συνεταιριστικές τράπεζες). Η κίνηση αυτή λειτούργησε ως δίχτυ ασφαλείας, προστατεύοντας στο ακέραιο καταθέσεις ύψους 42,4 δισ. ευρώ.

Στο πεδίο των συστημικών τραπεζών, οι οποίες επλήγησαν σφοδρά από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI) και την εκτίναξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων, υλοποιήθηκαν τρεις διαδοχικοί γύροι ανακεφαλαιοποίησης. Συνολικά αντλήθηκαν 48 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 31 δισ. προήλθαν από το ΤΧΣ και τα υπόλοιπα από ιδιώτες επενδυτές. Μέχρι το τέλος του 2024, το Δημόσιο είχε ανακτήσει 7,39 δισ. ευρώ (ποσοστό 22,8%), ενώ υπολογίζονται επιπλέον μελλοντικές εισπράξεις από τις εναπομείνασες συμμετοχές. Με βάση την ανάλυση κόστους-οφέλους, η καθαρή τελική επιβάρυνση για τους φορολογουμένους περιορίζεται στα 2 δισ. ευρώ.

Πόσο κόστισε τελικά η διάσωση των ελληνικών τραπεζών: Η ακτινογραφία της μελέτης ΙΟΒΕ και LSE

Το σενάριο της κατάρρευσης: Πώς αποτράπηκε απώλεια 133,7 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ

Η ουσία της μελέτης εστιάζει στην αντιπαραβολή με το υποθετικό σενάριο μιας καθυστερημένης ή ελλιπούς παρέμβασης. Οι συντάκτες επισημαίνουν ότι, χωρίς την έγκαιρη στήριξη των πιστωτικών ιδρυμάτων, η χώρα θα είχε παγιδευτεί σε έναν καταστροφικό φαύλο κύκλο: η αδυναμία χρηματοδότησης των τραπεζών θα οδηγούσε σε πιστωτική ασφυξία, εκτίναξη του κόστους δανεισμού κατά 30% και δημιουργία τραπεζών «ζόμπι».

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα ήταν κατά μέσο όρο 7% χαμηλότερο ετησίως κατά την πρώτη δεκαετία μετά το PSI. Η σωρευτική απώλεια παραγωγής θα άγγιζε τα 133,7 δισ. ευρώ –ποσό που αντιστοιχεί στο 65,7% του ΑΕΠ του 2011– συνοδευόμενη από δραματική κατάρρευση των επενδύσεων και εκτίναξη της ανεργίας.

Η αλλαγή σελίδας στην εταιρική διακυβέρνηση

Πέρα από τη δημοσιονομική διάσταση, η έκθεση αναδεικνύει μια δομική, ποιοτική αλλαγή: τον εκσυγχρονισμό της εταιρικής διακυβέρνησης. Πριν από την κρίση, τα διοικητικά συμβούλια συχνά επικύρωναν απλώς τις επιθυμίες των διοικήσεων. Η θεσμική παρέμβαση του ΤΧΣ από το 2013, και ιδιαίτερα μετά το 2016, επέβαλε αυστηρά κριτήρια ανεξαρτησίας, τεχνογνωσία διεθνούς επιπέδου και συμμετοχή ξένων στελεχών, δημιουργώντας ένα αξιόπιστο και θωρακισμένο τραπεζικό περιβάλλον.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom