«Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα»: Όταν ο φόβος νικιέται πάνω στη θεατρική σκηνή

«Εγώ; Εγώ είμαι δασκάλα». Με αυτή τη λιτή αλλά καθοριστική φράση, ο Θέμης Πάνου καλωσορίζει το κοινό σε έναν μοναδικό σκηνικό κόσμο, ξεκινώντας μια βαθιά και ευαίσθητη μεταμόρφωση. Στην παράσταση «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα», την οποία συνυπογράφει με τη Βίλια Χατζοπούλου, ο έμπειρος ηθοποιός αναμετριέται με τη μοναξιά της σκηνής, αποδεικνύοντας ότι ο φόβος όχι μόνο μπορεί να τιθασευτεί, αλλά και να μετατραπεί σε κινητήριο δύναμη ζωής και τέχνης.

Με μια συμβολική κίνηση, βγάζοντας ένα κραγιόν για να βάψει τα χείλη του –σε έναν ευθύ φόρο τιμής στην ιστορική «Ελένη» του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου–, ο Πάνου υπερβαίνει τα όρια του φύλου και της ηλικίας, ενσαρκώνοντας μια εικοσάχρονη κοπέλα από την Κοζάνη που το 1950 ξεκινά το επαγγελματικό της ταξίδι.

Το ταξίδι στις Κυκλάδες του 1950 και η αναζήτηση της ελευθερίας

Ο διορισμός σε ένα μονοθέσιο σχολείο των Κυκλάδων αποτελεί το έναυσμα μιας πορείας ενηλικίωσης και χειραφέτησης. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς και τα οικονομικά εμπόδια, η νεαρή δασκάλα επιλέγει τη φυγή από την ασφάλεια του πατρικού σπιτιού προς αναζήτηση της ελευθερίας της. Φτάνοντας στο άνυδρο κυκλαδίτικο τοπίο συνοδευόμενη από τη μητέρα της, έρχεται αντιμέτωπη με μια κλειστή, συντηρητική κοινωνία. Εκεί, η εικόνα της να κολυμπά στη θάλασσα σπάει τα καθιερωμένα στερεότυπα της εποχής για τη σοβαροφανή λειτουργό της εκπαίδευσης.

Η καθημερινότητά της περιπλέκεται όταν καλείται να διδάξει τα Σαββατοκύριακα στο σχολείο ενός γειτονικού νησιού, διασχίζοντας το πέλαγος με τη βάρκα ενός ψαρά. Εκεί συναντά έναν μαθητή με δυσκολίες στον λόγο, αναλαμβάνοντας με τρυφερότητα τον ρόλο του μέντορα. Μέσα από αυτή τη σχέση, η παράσταση ξεδιπλώνει μια ιστορία απλή αλλά βαθιά συγκινητική, για τη δύναμη της ενσυναίσθησης και της ανθρώπινης επαφής.

«Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα»: Όταν ο φόβος νικιέται πάνω στη θεατρική σκηνή

Η δύναμη του μονολόγου και η επιστροφή στα ουσιώδη

Η σκηνογραφική προσέγγιση αποφεύγει τις περιττές εντυπωσιοθηρίες. Λίγη άμμος, ένα πέτρινο σπίτι, μια κουρτίνα που κινείται στον άνεμο και το εκτυφλωτικό κυκλαδίτικο φως συνθέτουν την ατμόσφαιρα απομόνωσης της δεκαετίας του ’50. Ο ηχητικός σχεδιασμός στηρίζεται αποκλειστικά σε φυσικούς ήχους: τη φωνή, τα βήματα, το τραγούδι και το βύθισμα του σώματος στο νερό. Αυτή η λιτότητα αναδεικνύει την ουσία του θεάτρου, φέρνοντας τον θεατή σε άμεση σύνδεση με το κείμενο και τη δράση.

Στο επίκεντρο παραμένει η θαρραλέα ερμηνεία του Θέμη Πάνου. Όπως ο ίδιος επισημαίνει, η μοναξιά πάνω στη σκηνή προκαλεί πάντα φόβο, ωστόσο η εύρεση του θάρρους για την αντιμετώπισή του αντικατοπτρίζει την ίδια την ουσία της ύπαρξης. Η παράσταση, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών στην οδό Πειραιώς και ετοιμάζεται για τον επόμενο σταθμό της στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), λειτουργεί ως μια αναγκαία και εξαιρετικά πολύτιμη επιστροφή στα θεμελιώδη της σκηνικής τέχνης.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom