Η επιστροφή του «αργού κινηματογράφου»: Μια πράξη αντίστασης στην εποχή της ψηφιακής ταχύτητας

Σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου η προσοχή των θεατών μετριέται σε δευτερόλεπτα και η κατανάλωση περιεχομένου καθορίζεται από αστραπιαία swipes, ο λεγόμενος «αργός κινηματογράφος» (slow cinema) πραγματοποιεί μια δυναμική επάνοδο. Από τα εμβληματικά οκτάλεπτα μονοπλάνα του Ούγγρου δημιουργού Μπέλα Ταρ στο «Τανγκό του Σατανά» μέχρι τις σύγχρονες ανεξάρτητες παραγωγές που απορρίπτουν τον κατακερματισμό της εικόνας, η κινηματογραφική τέχνη στρέφεται ξανά στην αξία του χρόνου ως αυτόνομου εκφραστικού μέσου.

«Δαμάζοντας τον χρόνο» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Αυτή η αναδυόμενη τάση του καλλιτεχνικού σινεμά βρίσκει φέτος επίσημο βήμα στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μέσα από το πρωτοποριακό πρόγραμμα «Δαμάζοντας τον χρόνο». Οι προβολές, που φιλοξενούνται στην ανανεωμένη αίθουσα «Τάκης Κανελλόπουλος» του Μουσείου Κινηματογράφου, περιλαμβάνουν ταινίες δημιουργών που αψηφούν τους φρενήρεις ρυθμούς της βιομηχανίας, όπως ο πολυβραβευμένος Φιλιππινέζος σκηνοθέτης Λαβ Ντίαζ.

Όπως επισημαίνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης, η κίνηση αυτή αποτελεί μια συνειδητά τολμηρή επιλογή απέναντι στην επιτάχυνση της ψηφιακής καθημερινότητας. Το slow cinema ζητά από τον θεατή υπομονή και προσήλωση, ανταμείβοντάς τον με μια σπάνια εμπειρία εμβάθυνσης. Το βλέμμα καλείται να σταθεί στο κάδρο και να ανακαλύψει τις λεπτομέρειές του, αντί να παρασύρεται από μια διαρκή εναλλαγή σκηνών.

Η επιστροφή του «αργού κινηματογράφου»: Μια πράξη αντίστασης στην εποχή της ψηφιακής ταχύτητας

Η αισθητική του μη κατακερματισμού και το υπερβατικό ύφος

Η θεωρητική βάση του αργού κινηματογράφου αποτυπώνεται καθαρά στο βιβλίο-ορόσημο «Το υπερβατικό ύφος στον κινηματογράφο» του βετεράνου σκηνοθέτη και σεναριογράφου Πολ Σρέιντερ, το οποίο κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Σύμφωνα με τον Σρέιντερ, ο πυρήνας της συγκεκριμένης αισθητικής συνοψίζεται στην πρόθεση του δημιουργού να κάνει μια κατάσταση να διαρκεί περισσότερο απ’ όσο έχει εκπαιδευτεί να περιμένει το κοινό.

Ο σκηνοθέτης και μεταφραστής του βιβλίου, Δημήτρης Κοτσέλης, υπενθυμίζει ότι οι ρίζες της τάσης εντοπίζονται στις ταινίες των Γιασουτζίρο Όζου, Ρομπέρ Μπρεσόν και Καρλ Θίοντορ Ντράγιερ, ενώ κορυφώθηκαν με το «σμίλευμα του χρόνου» του Αντρέι Ταρκόφσκι. Κομβικό ρόλο διαδραματίζει η μέση διάρκεια του πλάνου: σε πλήρη αντίθεση με τα μπλοκμπάστερ τύπου Transformers του Μάικλ Μπέι ή τους αλγορίθμους του Instagram, όπου το μοντάζ διαρκώς κατακερματίζει τη δράση, στο slow cinema ο χρόνος βιώνεται ως αδιαίρετη ολότητα, ευνοώντας τον βαθύ αναστοχασμό.

Η αναστοχαστική εμπειρία της θέασης

Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το «Ραντεβού» του Άλεξ Μπάρετ, ένα φιλμ διάρκειας 80 λεπτών που κάνει πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη. Παρακολουθώντας την προετοιμασία μιας γυναίκας για μια έξοδο, η ταινία μετατρέπει την απλή προσμονή σε έναν υπαρξιακό στοχασμό, αποδεικνύοντας ότι το slow cinema δεν απαιτεί απαραίτητα μαραθώνια διάρκεια έργου, αλλά μια διαφορετική διαχείριση της σκηνικής σύνθεσης.

Καθώς οι θεατές περιηγούνται μέσα στο κάδρο επιλέγοντας οι ίδιοι τα σημεία εστίασης, ο κινηματογράφος ανακτά τη χαμένη του μυσταγωγία. Σε μια περίοδο διαρκούς υπερδιέγερσης των αισθήσεων, η στροφή στην ηρεμία του πλάνου αποδεικνύεται ίσως η πιο ριζοσπαστική καλλιτεχνική πρόταση της εποχής μας.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom