OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
Συντάξεις Δημοσίου vs Ιδιωτικού Τομέα: Γιατί είναι υψηλότερες κατά 644 ευρώ – Οι 5+1 αιτίες

Χάσμα που αγγίζει τα 644 ευρώ καταγράφεται μεταξύ των νέων κύριων συντάξεων του Δημοσίου και εκείνων του ιδιωτικού τομέα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της μηνιαίας έκθεσης «ΗΛΙΟΣ». Το ευρύ αυτό άνοιγμα επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις δομικές ανισότητες στην ελληνική αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό σύστημα.
Ειδικότερα, ενώ ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων βασίζεται σε κοινούς κανόνες για όλους μετά τις διαδοχικές μεταρρυθμίσεις, το τελικό ποσό καθορίζεται από την ανταποδοτικότητα, η οποία συνδέεται άμεσα με τις συντάξιμες αποδοχές, τον χρόνο ασφάλισης και τα ποσοστά αναπλήρωσης. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει δεν αφορά τη νομιμότητα του υπολογισμού, αλλά τους λόγους για τους οποίους οι επαγγελματικές διαδρομές στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα καταλήγουν σε τόσο αποκλίνοντα οικονομικά αποτελέσματα.
Σύμφωνα με τους ειδικούς της κοινωνικής ασφάλισης, η διαφορά αυτή δεν αποδίδεται σε κάποιο προνομιακό καθεστώς ταχύρρυθμης απονομής, αλλά σε πέντε βασικούς παράγοντες, συν έναν καθοριστικό επικουρικό λόγο, που “φουσκώνουν” τις απολαβές των συνταξιούχων του Δημοσίου.
Πρώτον, το επίπεδο των μέσων αποδοχών κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου είναι διαχρονικά υψηλότερο στο Δημόσιο, ιδιαίτερα στις κατηγορίες Πανεπιστημιακής (ΠΕ) και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), σε σύγκριση με τον ευρύτερο ιδιωτικό τομέα όπου κυριαρχούν οι χαμηλότερες αμοιβές και η μερική απασχόληση.
Δεύτερον, ο χρόνος ασφάλισης στο Δημόσιο χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη σταθερότητα και αδιάλειπτη συνέχεια. Οι δημόσιοι υπάλληλοι τείνουν να συμπληρώνουν πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα 35 έως 40 ετών, αποφεύγοντας τα κενά στην ασφάλιση ή τις περιόδους ανεργίας που μειώνουν δραστικά τον τελικό συντελεστή αναπλήρωσης.
Τρίτον, η λεγόμενη «καριέρα» στον δημόσιο τομέα συνοδεύεται από προβλέψιμη μισθολογική εξέλιξη (ωριμάνσεις, κλιμάκια), η οποία αποτυπώνεται ευθέως στις συντάξιμες αποδοχές της τελευταίας 20ετίας, βάσει των οποίων υπολογίζεται το ανταποδοτικό κομμάτι.
Τέταρτον, η συσσώρευση αναγνωρισμένων πλασματικών ετών (όπως σπουδές, στρατιωτική θητεία, τέκνα) αξιοποιείται πληρέστερα από τους δημοσίους υπαλλήλους για τη θεμελίωση και τη συμπλήρωση υψηλότερων ποσοστών αναπλήρωσης, ιδιαίτερα μετά τον νόμο Βρούτση.
Πέμπτον, η απουσία φαινομένων υποδηλωμένης εργασίας ή μερικής απασχόλησης –που ταλανίζουν διαχρονικά τον ιδιωτικό τομέα μέσω της ευέλικτης εργασίας– διασφαλίζει ότι οι εισφορές στο Δημόσιο υπολογίζονται επί του 100% των πραγματικών αποδοχών.
Τέλος, ο «συν 1» λόγος αφορά τη συμπληρωματική επίδραση των ειδικών ταμείων και των πρότερων ευνοϊκότερων διατάξεων που εξακολουθούν να επηρεάζουν, έστω και μεταβατικά, παλαιότερες γενιές συνταξιούχων, διατηρώντας ψηλά τον μέσο όρο των απολαβών.
























