ΗΠΑ: Ιστορικό ρεκόρ για τις δαπάνες τόκων – Ξεπέρασαν το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια

Σε αχαρτογράφητα νερά εισέρχεται η αμερικανική οικονομία, καθώς το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών έφτασε σε ιστορικό υψηλό για το πρόσφατο οικονομικό έτος. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, οι καθαρές δαπάνες για τόκους ανήλθαν στο πρωτοφανές ποσό των 1,05 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, καταγράφοντας άνοδο άνω του 8% σε σύγκριση με τα 970 δισεκατομμύρια δολάρια της προηγούμενης περιόδου. Η εξέλιξη αυτή απορροφά ολοένα μεγαλύτερο τμήμα των κρατικών εσόδων, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική σταθερότητα της μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη.

Εκτόξευση στο 3,2% του ΑΕΠ και ο ρόλος των υψηλών επιτοκίων

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ερευνητικού οργανισμού Peter G. Peterson Foundation, οι δαπάνες για τόκους αντιστοιχούν πλέον στο 3,2% του αμερικανικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), καταρρίπτοντας το προηγούμενο ιστορικό ρεκόρ που είχε σημειωθεί το 1991. Η εντυπωσιακή αυτή άνοδος αποτελεί απόρροια δύο βασικών παραμέτρων: της εκτίναξης του συνολικού όγκου του χρέους και της ραγδαίας αύξησης των επιτοκίων δανεισμού.

Το ομοσπονδιακό χρέος επί του οποίου καταβάλλονται τόκοι υπερβαίνει πλέον τα 32 τρισεκατομμύρια δολάρια, παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 10 τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία. Παράλληλα, το μέσο επιτόκιο για τα εμπορεύσιμα κρατικά ομόλογα διαμορφώθηκε στο 3,52%, υπερδιπλάσιο σε σύγκριση με το 1,47% που ίσχυε πριν από πέντε χρόνια. Την ίδια στιγμή, οι τρέχουσες αποδόσεις κινούνται ακόμη ψηλότερα, με δείκτες της Bloomberg να καταγράφουν αποδόσεις γύρω στο 5%, γεγονός που υποδηλώνει ότι το κόστος αναχρηματοδότησης θα παραμείνει ιδιαίτερα επιβαρυμένο.

Ο κίνδυνος του αυτοτροφοδοτούμενου κύκλου δανεισμού

Αν και η ζήτηση στις δημοπρασίες αμερικανικών κρατικών ομολόγων παραμένει σταθερή και η ρευστότητα στην αγορά δεν έχει διακοπεί, οικονομικοί αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει ήδη προχωρήσει σε έκτακτα μέτρα για να αναχαιτίσει την πίεση, με τους ειδικούς πάντως να επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται ακόμη αντιμέτωπες με μια άμεση κρίση χρέους, αλλά με μια σταδιακή διάβρωση των δημοσιονομικών τους περιθωρίων.

Όπως επισημαίνει η Λουίζ Σάινερ, πρώην οικονομολόγος της Fed και ερευνήτρια στο Brookings Institution, ο κίνδυνος εστιάζεται στο σημείο καμπής όπου οι επενδυτές ενδέχεται να περιορίσουν τον δανεισμό προς το κράτος. Από την πλευρά του, ο διευθυντής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, Φίλιπ Σουέιγκελ, προειδοποιεί για ένα ενδεχόμενο «φαινόμενο υπερτροφοδότησης», όπου τα αυξημένα επιτόκια διευρύνουν το έλλειμμα, προκαλώντας νέο δανεισμό και καθιστώντας τη χώρα εξαιρετικά ευάλωτη σε μελλοντικούς οικονομικούς κλυδωνισμούς.

Το αντίβαρο της ανάπτυξης και οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις

Προς το παρόν, η δυναμική της αμερικανικής οικονομίας προσφέρει κάποια ανακούφιση. Ο Γκενάντι Γκόλντμπεργκ, αναλυτής της TD Securities, σημειώνει ότι ο ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ –ο οποίος ανήλθε σε ετήσια βάση στο 6,3% το δεύτερο τρίμηνο– παραμένει υψηλότερος από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, ενισχύοντας τα φορολογικά έσοδα. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις παραμένουν ανησυχητικές, με τις προβλέψεις να δείχνουν ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να σπάσει κάθε ιστορικό προηγούμενο, ξεπερνώντας το 106% έως το 2030.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom