Αυστραλία: Ένα «ξεχασμένο» πείραμα 30 ετών ανατρέπει τα δεδομένα για τη διαχείριση των δασών

Ένα πρωτοποριακό δασικό πείραμα που ξεκίνησε πριν από τρεις δεκαετίες στην Αυστραλία και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε στη λήθη, έρχεται σήμερα να δώσει απαντήσεις σε ένα από τα πιο φλέγοντα οικολογικά διλήμματα: πώς μπορούν τα δάση να αξιοποιούνται οικονομικά χωρίς να καταστρέφεται η βιοποικιλότητα και το κλίμα.

Η μακροχρόνια έρευνα, τα αποτελέσματα της οποίας αναλύονται εκ νέου, διεξήχθη στην πολιτεία Βικτώρια σε ορεινά δάση με ευκαλύπτους τύπου φράξου (mountain ash). Πρόκειται για μια περιοχή όπου ήδη από τη δεκαετία του 1970 μαινόταν έντονη διαμάχη. Από τη μία πλευρά, οι οικολόγοι κατήγγειλαν ότι η πρακτική της ολικής υλοτομίας κατέστρεφε ευαίσθητα οικοσυστήματα. Από την άλλη, οι δασολόγοι υποστήριζαν ότι το συγκεκριμένο είδος αναγεννάται με φυσικό τρόπο μόνο μετά από σαρωτικές διαταραχές, όπως οι καταστροφικές πυρκαγιές, θεωρώντας την ολική κοπή ως ανθρώπινο αντίστοιχο αυτής της διαδικασίας.

Το ιστορικό πείραμα στο Τάντζιλ Μπρεν

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η τοπική κυβέρνηση επένδυσε το σημερινό ισοδύναμο των 26 εκατομμυρίων δολαρίων Αυστραλίας στο «Έργο Δασοκομικών Συστημάτων». Στο Τάντζιλ Μπρεν των Κεντρικών Υψιπέδων και στο Κάμπατζ Τρι Κρικ στο Ανατολικό Γκίπσλαντ, οι επιστήμονες δοκίμασαν διαφορετικές μεθόδους: από παραδοσιακή ολική υλοτομία και υλοτομία μικρών συστάδων, μέχρι δραστική αραίωση όπου αφαιρέθηκε το 50% έως 70% των δέντρων, διατηρώντας παράλληλα ανέγγιχτες εκτάσεις ως βάση σύγκρισης.

Αρχικά, τα δεδομένα έδειχναν ότι η ολική υλοτομία ευνοούσε την ταχύτερη αναβλάστηση του φράξου. Μετά τη δημοσίευση των πρώτων συμπερασμάτων στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η χρηματοδότηση σταμάτησε, οι δρόμοι πρόσβασης καλύφθηκαν από άγρια βλάστηση και το πείραμα ουσιαστικά ξεχάστηκε. Η φύση, ωστόσο, συνέχισε την πορεία της.

Η εντυπωσιακή επιστροφή και η δύναμη της αραίωσης

Το 2014, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης επανεπισκέφθηκαν την περιοχή και βρέθηκαν μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Τα δέντρα στις περιοχές όπου είχε εφαρμοστεί δραστική αραίωση είχαν αναπτυχθεί με θεαματικούς ρυθμούς. Αν και ήταν μόλις 80 ετών, η διάμετρος των μεγαλύτερων κορμών ξεπερνούσε το 1 με 1,5 μέτρο, όντας κατά 20% μεγαλύτερη συγκριτικά με τα δέντρα στα ανέγγιχτα δάση αναφοράς.

Εξίσου εντυπωσιακό ήταν το αποτύπωμα στον άνθρακα. Μέσα σε διάστημα 30 ετών, το αραιωμένο δάσος όχι μόνο ανέκτησε όλο το απόθεμα άνθρακα που είχε χαθεί κατά την υλοτόμηση, αλλά συγκέντρωσε ισόποσο ή και περισσότερο άνθρακα στο ξύλο του σε σχέση με τις παρθένες εκτάσεις.

Οικολογικά οφέλη και ανθεκτικότητα στις πυρκαγιές

Πέρα από την ταχύτερη αποθήκευση άνθρακα, τα μεγαλύτερα δέντρα αποδεικνύονται πιο ανθεκτικά στις δασικές πυρκαγιές. Παράλληλα, αναπτύσσουν φυσικές κοιλότητες (κουφάλες) πολύ νωρίτερα, προσφέροντας κρίσιμο ενδιαίτημα για απειλούμενα είδη της πανίδας, όπως το ιπτάμενο μαρσιποφόρο greater glider και το σπάνιο πόσουμ του Leadbeater.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κάμερες παρακολούθησης κατέγραψαν την παρουσία του πόσουμ του Leadbeater σε όλες τις περιοχές όπου υπήρξε δασοκομική παρέμβαση, αλλά σε καμία από τις μη υλοτομημένες ζώνες. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι η επιλεκτική και δραστική αραίωση αποτελεί ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο σύγχρονης δασικής διαχείρισης, ικανό να συνδυάσει την παραγωγή ξυλείας με την οικολογική αναγέννηση.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom