OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Κυριάκος Πιερρακάκης: Τέλος στην εποχή του φθηνού χρήματος – Γιατί η δημοσιονομική αξιοπιστία αποτελεί «εθνική ισχύ»

Την οριστική έξοδο από την εποχή του φθηνού χρήματος και την επιστροφή της αυξημένης πίεσης των διεθνών αγορών προς τα δημόσια οικονομικά των ευρωπαϊκών χωρών ανέδειξε ο Κυριάκος Πιερρακάκης. Μιλώντας στην Μπανγκόκ, στο περιθώριο της ετήσιας συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, κατά τη διάρκεια συζήτησης με τον Τσαρλς Λίτσφιλντ του Atlantic Council, υπογράμμισε ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και η ταχεία υλοποίηση μεταρρυθμίσεων συνιστούν πλέον αδιαπραγμάτευτη αναγκαιότητα, σε μια συγκυρία όπου η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και πρωτοφανείς επενδυτικές απαιτήσεις.
Η πίεση των αγορών και το τέλος του φθηνού δανεισμού
Περιγράφοντας το νέο περιβάλλον στο οποίο καλούνται να κινηθούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αναφέρθηκε στην αξιοσημείωτη επιβάρυνση του κόστους δανεισμού. Συγκεκριμένα, η μέση απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων στην Ευρώπη έχει εκτοξευθεί στο 4% σήμερα από μόλις 1,1% το 2016. Παράλληλα, το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα των κρατών-μελών έχει υπερδιπλασιαστεί, φτάνοντας στο 3,5% του ΑΕΠ έναντι 1,7% την προηγούμενη δεκαετία.
«Η δημοσιονομική αξιοπιστία είναι εθνική ισχύς και αποτελεί στρατηγικό πόρο», υπογράμμισε με έμφαση, προσθέτοντας ότι οι αγορές εξετάζουν πλέον με μεγάλη αυστηρότητα τα μεγέθη και τις πολιτικές κάθε κράτους. Παράλληλα, εξήγησε ότι η ανθεκτικότητα που uzεπέδειξε η ευρωπαϊκή οικονομία απέναντι στις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών δεν αρκεί από μόνη της για να παραγάγει ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Ενοποίηση κεφαλαιαγορών και ανάγκη για ισχυρές τράπεζες
Κομβικό σημείο των τοποθετήσεών του αποτέλεσε η άμεση προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, καθώς και η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης. Όπως επισημάνθηκε, μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πλούτου παραμένει κατακερματισμένο και δεν αξιοποιείται σε παραγωγικές επενδύσεις εντός της ΕΕ.
Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι μόλις το 16% της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων στην Ευρώπη έχει διασυνοριακή διάσταση. Με την άρση των ρυθμιστικών εμποδίων μεταξύ των κρατών-μελών, θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν περίπου 230 δισεκατομμύρια ευρώ σε υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού. Για να στηριχθεί αυτό το εγχείρημα, τονίστηκε η ανάγκη ύπαρξης ισχυρότερων και πιο ανταγωνιστικών τραπεζικών ιδρυμάτων, ικανών να χρηματοδοτήσουν την επιχειρηματικότητα και να επενδύσουν στην τεχνολογική καινοτομία.
Η πορεία της Ελλάδας και η ενεργειακή πρόκληση
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της Ελλάδας, επαναβεβαιώθηκε ο στόχος για ρυθμό ανάπτυξης 2,3% το 2027 με πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 3%, ακόμη και μετά τη λήξη των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην αύξηση των επενδύσεων, οι οποίες από το 11% του ΑΕΠ το 2019 προσεγγίζουν πλέον το 18% —αν και παραμένουν κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 21%— αλλά και στο άλμα των εξαγωγών, οι οποίες αντιπροσωπεύουν σήμερα το 42% του εθνικού εισοδήματος έναντι 20% στην αρχή της οικονομικής κρίσης.
Τέλος, αναλύθηκαν οι επιπτώσεις της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή, με έμφαση στα Στενά του Ορμούζ που επηρεάζουν άμεσα τις διεθνείς τιμές. Με την Ευρώπη να εισάγει το 57% της ενέργειας που καταναλώνει, υπογραμμίστηκε ότι πέρα από τα αναγκαία βραχυπρόθεσμα μέτρα ανακούφισης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, η μόνη βιώσιμη λύση απέναντι στο ενεργειακό κόστος είναι οι μαζικές επενδύσεις σε ηλεκτρικά δίκτυα, διασυνδέσεις και συστήματα αποθήκευσης.























