OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
DBRS: Μείωση-εξαίρεση για το ελληνικό χρέος και τις δαπάνες τόκων έως το 2030

Σε μια περίοδο έντονων προκλήσεων για την παγκόσμια οικονομία και συνεχούς ανόδου του κόστους δανεισμού, η Ελλάδα καταγράφει μια αξιοσημείωτη δημοσιονομική εξαίρεση. Σύμφωνα με πρόσφατη, εμπεριστατωμένη ανάλυση του διεθνούς οίκου αξιολόγησης DBRS, η χώρα μας αναμένεται να παρουσιάσει σταθερή μείωση τόσο στο δημόσιο χρέος όσο και στις δαπάνες για τόκους κατά τα επόμενα έτη. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και τη σταθερή τροχιά ανάκαμψης στην οποία έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία.
Η ελληνική πρωτιά στη μείωση των δαπανών για τόκους
Η μελέτη του οίκου DBRS, η οποία εξέτασε διεξοδικά τον αντίκτυπο από την αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σε εννέα χώρες έως το 2030, αναδεικνύει την Ελλάδα ως τη μοναδική χώρα στην οποία η δαπάνη για τόκους θα είναι χαμηλότερη το 2030 σε σύγκριση με το 2025. Συγκεκριμένα, η μείωση αυτή εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 0,2 ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που αποτελεί σημαντική επιτυχία αν αναλογιστεί κανείς το γενικότερο διεθνές περιβάλλον υψηλών επιτοκίων.
Μαζί με την Ισπανία και την Πορτογαλία, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις τρεις χώρες που επηρεάζονται λιγότερο από τις παγκόσμιες πιέσεις στις αγορές ομολόγων. Η θετική αυτή πορεία αποδίδεται κυρίως στη συνεχή μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας, περιορίζοντας τις επιπτώσεις από την άνοδο των επιτοκίων που επιβάλλουν οι κεντρικές τράπεζες για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού.
Ανάπτυξη και ευνοϊκά επιτόκια στηρίζουν το ελληνικό χρέος
Η δυναμική του χρέους στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία ευνοείται σημαντικά από τη θετική διαφορά μεταξύ των επιτοκίων δανεισμού και του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Αυτή η ευνοϊκή σχέση επιτρέπει στις συγκεκριμένες οικονομίες της Νότιας Ευρώπης να μειώνουν το βάρος του χρέους τους ταχύτερα από άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν στασιμότητα.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (IMF), ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ σε αυτές τις τρεις χώρες αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 4,4% από το 2026 και μετά. Η ισχυρή αυτή ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού χρέους—όπως οι σταθερές και μακρινές λήξεις των δανείων που συμφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων διάσωσης—προστατεύει τη χώρα από την άμεση ανάγκη αναχρηματοδότησης με τα τρέχοντα υψηλά επιτόκια της αγοράς.
Οι αιτίες της παγκόσμιας ανόδου των αποδόσεων στα ομόλογα
Αναλύοντας το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, ο οίκος DBRS επισημαίνει ότι η γενικότερη άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων οφείλεται σε δομικές αλλαγές στην προσφορά και τη ζήτηση, καθώς και στα αυξημένα επασφάλιστρα κινδύνου. Πολλές μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες παρουσιάζουν σήμερα υψηλά ελλείμματα, με αποτέλεσμα να προχωρούν σε εκτεταμένες εκδόσεις νέων ομολόγων για να καλύψουν τις ανάγκες αναχρηματοδότησής τους.
Παράλληλα, η αυξημένη έκδοση εταιρικών ομολόγων λειτουργεί ανταγωνιστικά, απορροφώντας ρευστότητα και περιορίζοντας τη διαθέσιμη ζήτηση των επενδυτών για κρατικούς τίτλους. Μέσα σε αυτό το άκρως ανταγωνιστικό τοπίο, η Ελλάδα καταφέρνει να διαφοροποιηθεί θετικά. Η δημοσιονομική πειθαρχία και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας στέλνουν ένα ισχυρό σήμα σταθερότητας προς τις διεθνείς αγορές, καθιστώντας τα ελληνικά ομόλογα ένα ασφαλές και ελκυστικό καταφύγιο για τους επενδυτές.
























