Ρωσία: Πώς η πολεμική οικονομία και η «ολλανδική νόσος» κλονίζουν την εγχώρια αγορά

Η ρωσική οικονομία μπορεί να εμφανίζει εκ πρώτης όψεως σημάδια ανθεκτικότητας, ωστόσο κάτω από την επιφάνεια κρύβονται βαθιές δομικές ανισορροπίες. Τα πρόσφατα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας της χώρας για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 έδειξαν ανάπτυξη 1,3% – μια επίδοση σαφώς καλύτερη από τη στασιμότητα που προέβλεπε η κεντρική τράπεζα. Παρά την προσωρινή αυτή ανάκαμψη, η στροφή της Μόσχας σε μια καθαρά πολεμική οικονομία προκαλεί σοβαρούς κλυδωνισμούς, απορροφώντας τεράστιους πόρους και εργατικό δυναμικό σε βάρος της πραγματικής παραγωγής.

Η «ολλανδική νόσος» της ρωσικής πολεμικής μηχανής

Σύμφωνα με αναλύσεις του Bloomberg, η τρέχουσα κατάσταση στη Ρωσία παραπέμπει στο φαινόμενο της «ολλανδικής νόσου» της δεκαετίας του 1970. Τότε, η ραγδαία ανάπτυξη του κλάδου του φυσικού αερίου στην Ολλανδία απορρόφησε κεφάλαια και εργαζομένους, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των υπόλοιπων τομέων. Στη σημερινή Ρωσία, τον ρόλο αυτό έχει αναλάβει η πολεμική οικονομία, όπως αναγνωρίζει και ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης, Μαράτ Χουσνούλιν.

Η ανεργία έχει υποχωρήσει σε ιστορικό χαμηλό κοντά στο 2%, όμως αυτό οφείλεται στην τεράστια έλλειψη εργατικών χεριών. Με στόχο την πρόσληψη 409.000 συμβασιούχων στρατιωτών για το τρέχον έτος, περίπου 34.000 άνδρες αποχωρούν μηνιαίως από την παραγωγική διαδικασία για να στελεχώσουν το μέτωπο. Παράλληλα, ο αμυντικός τομέας είδε το προσωπικό του να αυξάνεται κατά 510.000 άτομα την τετραετία 2022-2025, φτάνοντας τα 2,8 εκατομμύρια εργαζομένους. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε μια εκρηκτική άνοδο των μισθών κατά 88%, η οποία όμως δεν συνοδεύεται από ανάλογη αύξηση της παραγωγικότητας, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό και αναγκάζοντας την κεντρική τράπεζα να διατηρεί τα επιτόκια στο δυσθεώρητο 14%.

Οι επιθέσεις με drones και η «αιμορραγία» των πετρελαϊκών εσόδων

Πέρα από τις εσωτερικές στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας, η Μόσχα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα, σοβαρή απειλή: τη συρρίκνωση των εσόδων από τις εξαγωγές ενέργειας. Οι συνεχείς ουκρανικές επιθέσεις με drones εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων και πετρελαϊκών υποδομών έχουν προκαλέσει εκτεταμένες ζημιές, θέτοντας κρίσιμες εγκαταστάσεις εκτός λειτουργίας για μήνες.

Όπως μεταδίδει το Reuters, οι ελλείψεις καυσίμων έχουν αρχίσει να επηρεάζουν τόσο τη στρατιωτική εφοδιαστική αλυσίδα όσο και την καθημερινότητα των πολιτών, με φαινόμενα επιβολής δελτίου στη βενζίνη και μεγάλες ουρές στα πρατήρια. Το σημαντικότερο πλήγμα, ωστόσο, εντοπίζεται στα κρατικά ταμεία. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, τα πετρελαϊκά έσοδα της Ρωσίας υποχώρησαν στο 64% της αντίστοιχης περιόδου του 2024. Η κατάσταση αναμένεται να επιδεινωθεί περαιτέρω μετά την απόφαση της κυβέρνησης για πλήρη απαγόρευση των εξαγωγών βενζίνης και ντίζελ, προκειμένου να καλυφθούν οι εγχώριες ανάγκες.

Αυξανόμενο έλλειμμα και τα στενά περιθώρια του Κρεμλίνου

Η μείωση των εσόδων και οι αστρονομικές στρατιωτικές δαπάνες έχουν μετατρέψει τον άλλοτε πλεονασματικό προϋπολογισμό της Ρωσίας σε ελλειμματικό. Το δημοσιονομικό έλλειμμα, το οποίο ανήλθε στο 2,6% του ΑΕΠ το 2025, άγγιξε το 2,8% κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026, θέτοντας τον Βλαντιμίρ Πούτιν προ δύσκολων αποφάσεων.

Μιλώντας στο CNBC, ο Τσαρλς Λίτσφιλντ, διευθυντής οικονομικής ανάλυσης στο GeoEconomics Center του Atlantic Council, επεσήμανε ότι οι επιλογές της Μόσχας είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Το Κρεμλίνο καλείται είτε να αντλήσει κεφάλαια από τα ελεύθερα αποθεματικά των 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων της κεντρικής τράπεζας –διακινδυνεύοντας περαιτέρω άνοδο του πληθωρισμού– είτε να προχωρήσει σε σημαντική αύξηση της φορολογίας των ενεργειακών κολοσσών. Και οι δύο επιλογές ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της ρωσικής οικονομίας, αποδεικνύοντας ότι το κόστος του πολέμου γίνεται πλέον δυσβάσταχτο.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom