Νόσος Αλτσχάιμερ: Πρωτοποριακή κλινική δοκιμή με φάρμακα για τον διαβήτη και τη ΔΕΠΥ

Μία νέα, πολλά υποσχόμενη κατεύθυνση στην αναζήτηση αποτελεσματικών θεραπειών για τη νόσο Αλτσχάιμερ εγκαινιάζει η επιστημονική κοινότητα στη Βρετανία. Μέσω μίας μεγάλης κλινικής μελέτης κρατικής χρηματοδότησης, οι ερευνητές στρέφονται στην επαναστόχευση ήδη εγκεκριμένων φαρμακευτικών σκευασμάτων, δοκιμάζοντας αρχικά καθιερωμένες θεραπείες για τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).

Η καινοτόμος προσέγγιση της μελέτης AD-SMART

Το ερευνητικό πρόγραμμα φέρει την ονομασία AD-SMART και αναμένεται να εντάξει συνολικά 1.200 ασθενείς με ήπια έως μέτρια συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ σε 30 εξειδικευμένα κέντρα σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο, συμπεριλαμβανομένων περιοχών όπως το Λονδίνο, το Εδιμβούργο, το Σαουθάμπτον, το Κέιμπριτζσαϊρ και το Σάρεϊ. Στόχος είναι να διαπιστωθεί εάν τα συγκεκριμένα σκευάσματα μπορούν να επιβραδύνουν τη γνωστική έκπτωση, να βελτιώσουν τη μνήμη και να διαφυλάξουν την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Η δομή της μελέτης βασίζεται σε ένα δυναμικό μοντέλο που έχει ήδη εφαρμοστεί με επιτυχία στην ογκολογία και στις παθήσεις του κινητικού νευρώνα. Αντί να εξετάζεται ένα φάρμακο ανά δεκαετία, η δοκιμή αξιολογεί ταυτόχρονα πολλαπλές ουσίες έναντι εικονικού φαρμάκου (placebo). Σε περίπτωση που μία δραστική ουσία αποδειχθεί αναποτελεσματική, η χορήγησή της θα διακόπτεται άμεσα και θα αντικαθίσταται από ένα νέο υποψήφιο φάρμακο, επιταχύνοντας σημαντικά τους ερευνητικούς ρυθμούς.

Μετφορμίνη και ατομοξετίνη στο μικροσκόπιο

Στην πρώτη γραμμή των κλινικών δοκιμών βρίσκονται δύο ευρέως γνωστά φάρμακα: η μετφορμίνη, η οποία αποτελεί βασικό πυλώνα για τη ρύθμιση του σακχάρου στον διαβήτη τύπου 2, και η ατομοξετίνη, που χορηγείται για τη διαχείριση της ΔΕΠΥ. Και οι δύο ουσίες επελέγησαν από διεθνή επιτροπή ειδικών, καθώς διαθέτουν μηχανισμούς που ενδέχεται να καταστείλουν τη χρόνια φλεγμονή στον εγκέφαλο – έναν κρίσιμο παράγοντα που ευθύνεται για τον εκφυλισμό των νευρικών κυττάρων.

Όπως επεσήμανε ο καθηγητής Νευροεπιστήμης στο Imperial College του Λονδίνου, Δρ Πάρες Μαλχότρα, η παραδοσιακή έρευνα για την άνοια προχωρούσε για χρόνια με εξαιρετικά αργό ρυθμό. «Εστιάζοντας σε ένα φάρμακο κάθε φορά, χρειαζόμασταν συχνά μία δεκαετία για να διαπιστώσουμε εάν είχε αποτέλεσμα. Πλέον, εφαρμόζουμε τις μεθοδολογικές εξελίξεις από τον καρκίνο για να επιταχύνουμε ουσιαστικά την ανάπτυξη νέων θεραπειών», υπογράμμισε ο ίδιος.

Χρονοδιάγραμμα και κριτήρια αξιολόγησης

Για να θεωρηθεί επιτυχής οποιαδήποτε από τις υπό δοκιμή θεραπείες, θα πρέπει να επιφέρει μετρήσιμα αποτελέσματα στις νοητικές λειτουργίες των συμμετεχόντων, οι οποίοι θα υποβάλλονται σε τακτικά νευροψυχολογικά τεστ. Παράλληλα, βασικό κριτήριο παραμένει η διατήρηση της αυτονομίας τους στις καθημερινές δραστηριότητες.

Η πρώτη φάση αξιολόγησης των σκευασμάτων αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το 2030, με τους επιστήμονες να εκφράζουν την αισιοδοξία ότι η παράλληλη προσθήκη νέων μορίων θα φέρει απτές λύσεις ταχύτερα από ποτέ στην παγκόσμια μάχη κατά της άνοιας.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom