OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Εξέταση αίματος για πολλαπλούς τύπους καρκίνου: Τι αποκαλύπτει η πρωτοποριακή μελέτη Galleri

Η έγκαιρη διάγνωση παραμένει το ισχυρότερο όπλο της ιατρικής επιστήμης στη μάχη κατά του καρκίνου. Ο εντοπισμός μιας κακοήθειας σε αρχικό στάδιο, προτού εκδηλωθούν συμπτώματα, αυξάνει καθοριστικά τις πιθανότητες ίασης και επιτρέπει ηπιότερες θεραπευτικές παρεμβάσεις. Παρά τη σημασία του προσυμπτωματικού ελέγχου, οι καθιερωμένες μέθοδοι, όπως η μαστογραφία και η κολονοσκόπηση, αφορούν συγκεκριμένα όργανα, αφήνοντας πολλούς τύπους καρκίνου χωρίς αξιόπιστα εργαλεία μαζικής ανίχνευσης στον γενικό πληθυσμό.
Η τεχνολογία MCED και η κλινική μελέτη στην Αγγλία
Μια καινοτόμος προσέγγιση που υπόσχεται να καλύψει αυτό το κενό βασίζεται στις εξετάσεις αίματος πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου (Multicancer Early Detection – MCED). Όπως επισημαίνουν οι ογκολόγοι της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Δρ. Μαρία Καπαρέλου και ο Καθηγητής Θάνος Δημόπουλος, νέα δεδομένα προσφέρει η μεγάλης κλίμακας μελέτη NHS-Galleri, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine.
Η τυχαιοποιημένη έρευνα διεξήχθη στην Αγγλία με τη συμμετοχή 142.250 πολιτών ηλικίας 50 έως 77 ετών. Η τεχνολογία Galleri στηρίζεται στην ανάλυση του κυκλοφορούντος ελεύθερου DNA (cfDNA) στο αίμα, εντοπίζοντας ειδικά πρότυπα μεθυλίωσης που προδίδουν την παρουσία καρκινικών κυττάρων. Το αξιοσημείωτο είναι πως η μέθοδος δεν εντοπίζει απλώς το καρκινικό αποτύπωμα, αλλά προβλέπει με ακρίβεια 87% και το όργανο προέλευσης της κακοήθειας, κατευθύνοντας στοχευμένα τις περαιτέρω εξετάσεις.

Τα αποτελέσματα και τα ερωτήματα για την κλινική αξία
Ο βασικός στόχος της μελέτης ήταν να διερευνηθεί κατά πόσο η εξέταση μπορεί να μειώσει τις διαγνώσεις προχωρημένου σταδίου (ΙΙΙ και IV) σε 12 επιλεγμένες κατηγορίες καρκίνου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του πνεύμονα, του παγκρέατος, των ωοθηκών και του παχέος εντέρου. Στο πρωτεύον αυτό καταληκτικό σημείο δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ομάδα παρέμβασης και στην ομάδα ελέγχου (706 έναντι 688 περιστατικών).
Ωστόσο, οι δευτερεύοντες δείκτες παρουσίασαν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά στοιχεία. Καταγράφηκε μείωση 14% στις διαγνώσεις μεταστατικού καρκίνου σταδίου IV, περισσότερες διαγνώσεις στα πρώιμα στάδια Ι και ΙΙ, καθώς και μείωση κατά 21,3% των περιπτώσεων που διαγνώστηκαν μετά από επείγουσα εισαγωγή στο νοσοκομείο. Επιπλέον, στο 52% των συμμετεχόντων με θετικό αποτέλεσμα επιβεβαιώθηκε τελικά η διάγνωση καρκίνου.
Το μέλλον των αιματολογικών βιοδεικτών
Παρά την αισιοδοξία, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν πως η πραγματική αξία ενός προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου δεν εξαντλείται στον αριθμό των εντοπισμένων όγκων, αλλά στην αποδεδειγμένη μείωση των θανάτων. Απαιτείται επομένως μακροχρόνια παρακολούθηση των ασθενών για να εξακριβωθεί εάν η πρώιμη διάγνωση οδηγεί πράγματι σε παράταση της επιβίωσης.
Η πρόοδος της υγρής βιοψίας ανοίγει παράλληλα νέους ορίζοντες σε ολόκληρο το φάσμα της ιατρικής. Αντίστοιχοι αιματολογικοί βιοδείκτες ερευνώνται εντατικά για νευροεκφυλιστικές παθήσεις, όπως οι νόσοι Αλτσχάιμερ και Πάρκινσον, με στόχο τον εντοπισμό παθολογικών αλλοιώσεων προτού καν εκδηλωθούν τα πρώτα κλινικά συμπτώματα. Η εποχή όπου μία απλή αιμοληψία θα αποτελεί βασικό εργαλείο πρόληψης για πολλαπλές χρόνιες νόσους φαίνεται να πλησιάζει ταχύτερα από ποτέ.























