OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Καρκίνος: Τι υπόσχονται οι νέες εξετάσεις αίματος πολλαπλής ανίχνευσης και τι δείχνουν τα πρώτα δεδομένα

Η έγκαιρη διάγνωση παραμένει το ισχυρότερο όπλο της σύγχρονης ιατρικής απέναντι στον καρκίνο, καθώς ο εντοπισμός μιας κακοήθειας πριν από την εκδήλωση συμπτωμάτων πολλαπλασιάζει τις θεραπευτικές επιλογές και τις πιθανότητες ίασης. Ωστόσο, τα υφιστάμενα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου καλύπτουν περιορισμένο αριθμό νεοπλασιών, αφήνοντας την πλειονότητα των κακοηθειών χωρίς αξιόπιστες μεθόδους μαζικού ελέγχου. Σε αυτό το διαγνωστικό κενό επιχειρούν να δώσουν απάντηση οι πρωτοποριακές εξετάσεις αίματος πολλαπλής ανίχνευσης (Multicancer Early Detection – MCED), τα αποτελέσματα των οποίων αξιολογούν οι επιστήμονες της Θεραπευτικής Κλινικής του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα».
Η τεχνολογία cfDNA και η κλινική δοκιμή NHS-Galleri
Σημαντικά στοιχεία για τη δυναμική αυτής της μεθόδου προσφέρει η εκτενής μελέτη NHS-Galleri, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στη διεθνή ιατρική επιθεώρηση New England Journal of Medicine. Η τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία με τη συμμετοχή 142.250 εθελοντών, ηλικίας 50 έως 77 ετών, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε τρεις ετήσιους κύκλους αιμοληψιών.
Όπως εξηγούν η παθολόγος-ογκολόγος Δρ. Μαρία Καπαρέλου και ο καθηγητής Θεραπευτικής-Ογκολογίας-Αιματολογίας και πρώην πρύτανης του ΕΚΠΑ, Θάνος Δημόπουλος, η εξέταση Galleri βασίζεται στην ανάλυση του κυκλοφορούντος ελεύθερου DNA (cell-free DNA – cfDNA). Η τεχνολογία αυτή εντοπίζει συγκεκριμένα πρότυπα μεθυλίωσης που σχετίζονται με την παρουσία καρκινικών κυττάρων και κατορθώνει όχι μόνο να σημάνει συναγερμό για πιθανή κακοήθεια, αλλά και να υποδείξει το πιθανό όργανο προέλευσης, κατευθύνοντας στοχευμένα τα επόμενα διαγνωστικά βήματα.
Τα ευρήματα: Μείωση των μεταστάσεων και υψηλή ακρίβεια
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η εξέταση δεν κατέγραψε στατιστικά σημαντική διαφορά στο πρωτεύον καταληκτικό σημείο, δηλαδή στη συνολική μείωση των διαγνώσεων προχωρημένου σταδίου (ΙΙΙ ή IV), καθώς εντοπίστηκαν 706 τέτοια περιστατικά στην ομάδα της εξέτασης έναντι 688 στην ομάδα ελέγχου. Παρ’ όλα αυτά, τα δευτερεύοντα ευρήματα κρίνονται ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά.
Συγκεκριμένα, καταγράφηκε σχετική μείωση κατά 14% στις διαγνώσεις μεταστατικού καρκίνου σταδίου IV, ενώ αυξήθηκαν οι διαγνώσεις στα αρχικά στάδια (Ι ή ΙΙ), όπου οι θεραπείες είναι σαφώς πιο αποτελεσματικές. Παράλληλα, οι διαγνώσεις που προέκυψαν έπειτα από επείγουσα προσέλευση στο νοσοκομείο μειώθηκαν κατά 21,3%. Επιπλέον, μεταξύ των εθελοντών με θετική ένδειξη, το 52% διαγνώστηκε πράγματι με καρκίνο, με την εξέταση να υποδεικνύει ορθά το πρωτοπαθές όργανο στο 87% των περιπτώσεων.
Η αναγκαιότητα περαιτέρω τεκμηρίωσης
Παρά τα ελπιδοφόρα στοιχεία, οι Έλληνες ειδικοί εφιστούν την προσοχή, τονίζοντας ότι η παρατήρηση λιγότερων μεταστατικών περιπτώσεων αποτελεί δευτερεύον εύρημα και δεν επαρκεί για να τεκμηριώσει οριστικό κλινικό όφελος. Η διάρκεια παρακολούθησης στη μελέτη ήταν σχετικά περιορισμένη και απαιτείται μακροχρόνια καταγραφή ώστε να αποδειχθεί εάν η έγκαιρη διάγνωση μεταφράζεται σε πραγματική μείωση της θνησιμότητας.
Η ουσιαστική αξία κάθε νέας μεθόδου προσυμπτωματικού ελέγχου δεν εξαντλείται στον αριθμό των κρουσμάτων που ανιχνεύει, αλλά στην ικανότητά της να σώζει ζωές. Η μοριακή ανίχνευση μέσω απλής αιμοληψίας ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην προληπτική ιατρική, ωστόσο η καθολική ένταξή της στα εθνικά συστήματα υγείας απαιτεί περαιτέρω επιστημονική ωρίμανση.























