OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
CNN: Μπορούν οι ΗΠΑ να γίνουν η «επόμενη Γαλλία»; Οι δημοσιονομικές ομοιότητες και τα αμερικανικά αναχώματα

Η επιδεινούμενη δημοσιονομική κρίση στη Γαλλία και η αναταραχή στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για τη διεθνή οικονομία: θα μπορούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες να βρεθούν αντιμέτωπες με ένα παρόμοιο σενάριο; Σε πρόσφατη ανάλυσή του στο CNN, ο οικονομικός αναλυτής Ντέιβιντ Γκόλντμαν επισημαίνει ότι, αν και η εικόνα στην Ουάσιγκτον μοιάζει επικίνδυνα γνώριμη, η αμερικανική υπερδύναμη εξακολουθεί να διαθέτει μοναδικά πλεονεκτήματα που λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας.
Η γαλλική πίεση και το κοινό πρόβλημα του δυτικού κόσμου
Η δημοσιονομική τροχιά της Γαλλίας αποτελεί ίσως την πιο οξεία εκδήλωση ενός ευρύτερου δομικού προβλήματος που ταλανίζει τις δυτικές οικονομίες. Με το δημόσιο χρέος να αγγίζει το 119% του ΑΕΠ —σχεδόν διπλάσιο από το όριο του 60% του Μάαστριχτ— και το ετήσιο έλλειμμα να διαμορφώνεται στο 5,4%, το Παρίσι βρίσκεται υπό ασφυκτικό κλοιό. Παρόμοιες τάσεις παρατηρούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε άλλες χώρες, όπου η ταχεία άνοδος του χρέους συνδυάζεται με το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης και τη διστακτικότητα των κυβερνήσεων να λάβουν αποφάσεις με υψηλό πολιτικό κόστος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, από τον Φεβρουάριο η μέση απόδοση των δεκαετών ομολόγων της G7 κατέγραψε άνοδο άνω της μίας ποσοστιαίας μονάδας, φθάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών. Το ΔΝΤ μάλιστα προειδοποιεί πως έως το τέλος της δεκαετίας το συνολικό χρέος των επτά πιο ανεπτυγμένων οικονομιών θα υπερβεί τη συλλογική οικονομική παραγωγή τους για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως σχολιάζει ο καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, Πίτερ Τέιλορ-Γκούμπι, οι αγορές ομολόγων ασκούν πλέον πιέσεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Οι ανησυχητικοί αριθμοί της Ουάσιγκτον
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τα μακροοικονομικά δεδομένα δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Το ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ υπερβαίνει τα 32 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που προσεγγίζει το ετήσιο αμερικανικό ΑΕΠ, ενώ το έλλειμμα της προηγούμενης χρήσης ξεπέρασε τα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή πάνω από το 6% του ΑΕΠ. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι οι ετήσιες δαπάνες για τόκους έχουν υπερβεί το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, δεσμεύοντας περίπου το 14% των συνολικών ομοσπονδιακών δαπανών — με άλλα λόγια, ένα στα επτά δολάρια του προϋπολογισμού προορίζεται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του χρέους.
Το προνόμιο του δολαρίου και η ώθηση της τεχνητής νοημοσύνης
Παρά τα ανησυχητικά αυτά μεγέθη, οι αγορές συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την Ουάσιγκτον με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε σχέση με το Παρίσι. Το πρωταρχικό αμερικανικό ανάχωμα παραμένει το δολάριο, το οποίο αποτελεί το βασικό αποθεματικό νόμισμα του πλανήτη. Η κυριαρχία του στις παγκόσμιες συναλλαγές και στα εμπορεύματα, όπως το πετρέλαιο, διατηρεί αδιάλειπτη τη ζήτηση, καθιστώντας τα αμερικανικά ομόλογα το απόλυτο ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους κρίσης.
Παράλληλα, η διαφοροποίηση και το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας παρέχουν σημαντική ανθεκτικότητα. Η τρέχουσα επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως ισχυρός μοχλός ανάπτυξης, βελτιώνοντας τη σχέση μεταξύ κόστους δανεισμού και ρυθμού μεγέθυνσης. Όπως υπογραμμίζει ο επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s Analytics, Μαρκ Ζάντι, η επίδραση της AI προσφέρει στις ΗΠΑ μεγαλύτερη ευχέρεια διαχείρισης των υποχρεώσεών τους σε σύγκριση με την Ευρώπη. Ωστόσο, ο ίδιος ξεκαθαρίζει πως η απουσία άμεσης κρίσης δεν ισοδυναμεί με υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική, καθιστώντας αναγκαία τη μακροπρόθεσμη προσαρμογή.
























