Το μάρμαρο στη σύγχρονη τέχνη: Πώς οι Έλληνες γλύπτες δίνουν νέα πνοή στο διαχρονικό υλικό

Τα τελευταία χρόνια το μάρμαρο βιώνει μια ιδιότυπη αναγέννηση. Από τα επιβλητικά λατομεία που μετατρέπονται σε πασαρέλες διεθνών οίκων μόδας, κινηματογραφικά σκηνικά και συναυλιακούς χώρους, μέχρι τη δυναμική είσοδό του στον χώρο του collectible design, των κοσμημάτων και των αντικειμένων καθημερινής χρήσης, το ιστορικό αυτό πέτρωμα δείχνει να απεκδύεται το βάρος της κλασικής αρχαιότητας. Ωστόσο, στο πεδίο της καθαρής εικαστικής δημιουργίας και ειδικότερα της γλυπτικής, γεννάται ένα καίριο ερώτημα: Ποια είναι η θέση του μαρμάρου στη σύγχρονη τέχνη και γιατί οι δημιουργοί που το επιλέγουν παραμένουν μετρημένοι στα δάχτυλα;

Η απελευθέρωση από το κλασικό παρελθόν και το βάρος της παράδοσης

Για δεκαετίες, το μάρμαρο ταυτίστηκε στη συλλογική συνείδηση με τη μνημειακότητα και τα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Σήμερα, καταξιωμένοι δημιουργοί επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους μαζί του. Ο διακεκριμένος γλύπτης Ανδρέας Λόλης, με συμμετοχές σε σημαντικές διεθνείς διοργανώσεις, όπως η documenta 14 στο Κάσελ και οι μπιενάλε της Βενετίας και του Πεκίνου, επισημαίνει ότι η σχέση ενός καλλιτέχνη με την ύλη είναι καθαρά οργανική: «Δεν μπορείς να κάνεις ένα νέο παιδί να αγαπήσει το υλικό, είναι σαν να του πεις να κοιτάξει την κοπέλα που του δείχνεις εσύ, πρέπει να πάει μόνος του προς τα εκεί».

Την ίδια στιγμή, αποδομείται η αντίληψη ότι το υλικό αυτό ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν. «Το μάρμαρο είναι παρεξηγημένο σήμερα, γιατί πολλοί το θεωρούν κλασικό. Κανένα υλικό, όμως, δεν είναι από μόνο του κλασικό, εξαρτάται από το πώς θα το αντιμετωπίσεις», υπογραμμίζει ο γλύπτης Δημήτρης Σκαλκώτος. Όπως σημειώνει, μέσα σε ένα περιβάλλον ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης είναι λογικό οι νέοι δημιουργοί να πειραματίζονται με ψηφιακά μέσα, ωστόσο η ουσιαστική πρόκληση παραμένει η ενσωμάτωση των απαιτητικών, «βαριών» υλικών στη σύγχρονη εικαστική γλώσσα.

Το μάρμαρο στη σύγχρονη τέχνη: Πώς οι Έλληνες γλύπτες δίνουν νέα πνοή στο διαχρονικό υλικό

Χρόνος, κόστος και οι πρακτικές δυσκολίες της λάξευσης

Εκτός από το εννοιολογικό φορτίο, η επιλογή του μαρμάρου προσκρούει σε εξαιρετικά ρεαλιστικά εμπόδια. Ο Βασίλης Γεροδήμος, γλύπτης και επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Γλυπτικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στέκεται στις παραμέτρους της εκπαίδευσης και της παραγωγής: «Είναι ένα υλικό που απαιτεί χώρο, χρόνο και κόστος. Για έναν νέο καλλιτέχνη που δεν θα μπει στη διαδικασία να αποκτήσει την τεχνική, η επιλογή δεν είναι εύκολη». Παράλληλα, όμως, τονίζει τη σημασία της τριβής με την ύλη, καθώς η ίδια η διαδικασία μπορεί να μεταβάλει ριζικά τον τρόπο σκέψης του δημιουργού.

Στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής εστιάζει και ο νεότερος γλύπτης Αργύρης Ραλλιάς, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στη βραδύτητα της λάξευσης και την ταχύτητα που επιβάλλει η σημερινή καλλιτεχνική πραγματικότητα. Η ανάγκη για ευρύχωρα εργαστήρια που αντέχουν τον θόρυβο και τη σκόνη καθιστά τη δουλειά εντός του αστικού ιστού σχεδόν αδύνατη, την ώρα που η ίδια η σύγχρονη τέχνη έχει μετατοπίσει το κέντρο βάρους της σε πιο άυλες ή εφήμερες φόρμες.

Η βιωματική επιστροφή στις ρίζες της ύλης

Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, όσοι επιμένουν να λαξεύουν το μάρμαρο μοιράζονται συχνά μια βαθιά, σχεδόν βιωματική σχέση με την πέτρα, ριζωμένη στα παιδικά τους χρόνια. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Δημήτρη Σκαλκώτου, ο οποίος μεγάλωσε στον Πύργο της Τήνου, ένα περιβάλλον όπου η μαρμαροτεχνία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας. Μέσα από αυτή την αυθεντική επαφή, το μάρμαρο παύει να είναι ένα ψυχρό απομεινάρι του παρελθόντος και αναδεικνύεται σε έναν ζωντανό καμβά, ικανό να εκφράσει τις πιο πρωτοποριακές αναζητήσεις του σήμερα.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom