OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Ομόλογα: Η παγκόσμια κρίση χρέους φέρνει κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες σε τροχιά σύγκρουσης

Μια νέα, πολυμέτωπη σύγκρουση ανάμεσα στις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες διαγράφεται στις διεθνείς αγορές, καθώς η παρατεταμένη αναταραχή στα κρατικά ομόλογα εκτοξεύει το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Με τα ελλείμματα να διευρύνονται και τις ανάγκες για αμυντικές, συνταξιοδοτικές και υγειονομικές δαπάνες να αυξάνονται ραγδαία, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σκληρό δίλημμα, την ώρα που οι νομισματικές αρχές αποσύρουν τα δίκτυα ασφαλείας των προηγούμενων ετών.
Το εκρηκτικό κόστος εξυπηρέτησης και το «βουνό» των 60 τρισ. δολαρίων
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF), το συνολικό δημόσιο χρέος των χωρών της G7 έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από το ξέσπασμα της κρίσης του 2008, υπερβαίνοντας πλέον το ιλιγγιώδες ποσό των 60 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρά το γεγονός ότι το μέσο κόστος δανεισμού έχει επιστρέψει σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνη την περίοδο, οι ετήσιες δαπάνες για τόκους έχουν αυξηθεί κατά 85%, απορροφώντας τεράστιους πόρους.
Συνολικά, οι προηγμένες οικονομίες δαπανούν περισσότερα από 3,3 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μόνο για την αποπληρωμή τόκων στα ομόλογά τους. Το ποσό αυτό ξεπερνά τις ετήσιες επενδύσεις των ίδιων χωρών σε κρίσιμους τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η άμυνα και η πράσινη μετάβαση. Η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, προβλέποντας πως το παγκόσμιο χρέος θα ξεπεράσει το παγκόσμιο ΑΕΠ έως το 2030, καλώντας τις κυβερνήσεις να υλοποιήσουν άμεσα αξιόπιστα σχέδια δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης και η πίεση για παρεμβάσεις
Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες εγκαταλείπουν τα επιθετικά προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης και προχωρούν σε ταχεία συρρίκνωση των ισολογισμών τους. Από τις αρχές του 2022, το ενεργητικό των κεντρικών τραπεζών της G7 έχει περιοριστεί κατά περίπου ένα τρίτο. Η απόσυρση αυτή έχει προκαλέσει πτώση άνω του 40% στους δείκτες των μακροπρόθεσμων τίτλων, εκτοξεύοντας το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού των ΗΠΑ στα υψηλότερα επίπεδα σχεδόν ενός τετάρτου του αιώνα.
Η αλλαγή στάσης είναι εμφανής τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στη Φρανκφούρτη. Ο νέος επικεφαλής της Fed, Κέβιν Γουόρς, έχει επανειλημμένα εκφράσει επιφυλάξεις για τις στρεβλώσεις που δημιουργεί η συνεχής αγορά τίτλων, εξετάζοντας τρόπους επιτάχυνσης της μείωσης του ισολογισμού. Στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεχίζει να περιορίζει τα προγράμματά της, παρά το γεγονός ότι οι τριγμοί στην αγορά γαλλικών ομολόγων ξυπνούν μνήμες της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης της περιόδου 2011-2012, ενώ αποκλείεται μια επιστροφή στις εποχές των απεριόριστων παρεμβάσεων τύπου Μάριο Ντράγκι.
Δοκιμασία για την ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής
Το γεωπολιτικό και εκλογικό ημερολόγιο καθιστά τις δημοσιονομικές περικοπές πολιτικά απαγορευτικές σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Ιταλία. Εάν οι αποδόσεις των ομολόγων συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία, οι κυβερνήσεις είναι πολύ πιθανό να εντείνουν τις πιέσεις προς τις κεντρικές τράπεζες, ζητώντας νέες αγορές ομολόγων για να συγκρατηθούν τα επιτόκια δανεισμού.
Η εξέλιξη αυτή απειλεί να θολώσει ξανά τα όρια μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Με τα συνταξιοδοτικά ταμεία να μειώνουν επίσης τη ζήτηση για κρατικούς τίτλους μακράς διάρκειας, οι αγορές ομολόγων εισέρχονται σε μια νέα, αχαρτογράφητη περίοδο υψηλής μεταβλητότητας, όπου η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών θα τεθεί στην πιο κρίσιμη δοκιμασία της σύγχρονης ιστορίας.
























