Από ποια υλικά ήταν πλασμένη η Έλλη Λαμπέτη: Ο μύθος, η φωνή και η αξεπέραστη μαγεία

Υπάρχουν προσωπικότητες στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού που ξεπερνούν τα στενά όρια της τέχνης τους και περνούν στη σφαίρα του ανεξήγητου και του μυθικού. Η Έλλη Λαμπέτη, γεννημένη ως Έλλη Λούκου στα Βίλια Αττικής στις 13 Απριλίου 1926, υπήρξε αναμφίβολα μία από αυτές. Με μια παρουσία σχεδόν απόκοσμη και μια ερμηνευτική ιδιοσυγκρασία που δεν εντασσόταν σε καμία σχολή, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στο σανίδι, στον κινηματογράφο αλλά και στις σπάνιες στιγμές της στη δισκογραφία.

Η ενσάρκωση του ονείρου και η αποθέωση από την κριτική

Για την Έλλη Λαμπέτη, η υποκριτική δεν ήταν απλώς ένα επάγγελμα ή μια τεχνική δεξιότητα. Όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ο λογοτέχνης και κριτικός Άγγελος Τερζάκης το 1962, η σπουδαία ηθοποιός «είχε το δώρο να δημιουργεί ποίηση γύρω της». Η σκηνική της ύπαρξη μαγνήτιζε τα βλέμματα, μετατρέποντας κάθε παράσταση σε μυσταγωγία.

Ο θεατρικός κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος σκιαγράφησε με μοναδικό τρόπο το μέγεθος του ταλέντου της, τονίζοντας πως η Λαμπέτη δεν υποδυόταν απλώς ρόλους, αλλά ήταν «το υλικό των ονείρων που εγένετο μεθ’ ημών». Την παρομοίασε με φαινόμενα των ελληνικών γραμμάτων όπως ο Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Κώστας Καρυωτάκης, χαρακτηρίζοντάς την μοναδική, ανεπανάληπτη και εκτός οποιασδήποτε συντεχνίας: «Σαν τον Μικρό Πρίγκιπα βρέθηκε στον τόπο μας, η κόρη της Νεφέλης… Η Έλλη Λαμπέτη ανήκε στην περιοχή του μύθου».

Από ποια υλικά ήταν πλασμένη η Έλλη Λαμπέτη: Ο μύθος, η φωνή και η αξεπέραστη μαγεία

«Η γλυκιά Ίρμα» και η ακτινοβολία της δισκογραφίας

Παρότι η δισκογραφική της παρουσία υπήρξε μικρή, στάθηκε απόλυτα καθηλωτική. Είτε απήγγειλε αποσπάσματα από τα Ευαγγέλια και εκκλησιαστικούς ύμνους, είτε διάβαζε ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη και του Κωνσταντίνου Καβάφη, η φωνή της είχε τη δύναμη να συγκλονίζει.

Ιδιαίτερο σταθμό αποτέλεσε το ανέβασμα της μουσικής κωμωδίας «Η γλυκιά Ίρμα» στο θέατρο «Μπροντγουαίη» στις αρχές του 1972, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαλαβέτα, όπου πρωταγωνίστησε στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου. Τη μουσική διασκευή και ενορχήστρωση υπέγραψε ο Γιάννης Σπανός, ενώ τους ελληνικούς στίχους χάρισε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Η ερμηνεία της στα τραγούδια της παράστασης, τα οποία αποτυπώθηκαν και σε δίσκο, αποκάλυψε μια απρόσμενη μουσικότητα.

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αποτύπωσε με συγκίνηση το δέος που προκαλούσε η επαφή μαζί της: «Κάθε φορά που ανταμώνω με την Έλλη Λαμπέτη πιάνω τα χείλη μου, τη γλώσσα μου, να συλλαβίζουν ξανά και ξανά τη λέξη ΜΑΓΕΙΑ. Είναι η λάμψη μιας αγιοσύνης… Από τι σπάνιο υλικό να ‘ναι φτιαγμένη;».

Μια φωνή γεμάτη φως και σκοτεινά ηχοχρώματα

Η χροιά της φωνής της, σαν καθαρό τρεχούμενο νερό, διανθισμένη με εκείνο το ανεπαίσθητο, γοητευτικό ψεύδισμα, κουβαλούσε μια αύρα αερικού και μια κομψότητα εντελώς αβίαστη. Έκρυβε μέσα της σκούρα, εκφραστικά ηχοχρώματα, το μπλε της τζαζ και τη δραματικότητα των μεγάλων λαϊκών βιωμάτων.

Ακόμη και όταν η ασθένεια τη σημάδεψε και επιχείρησε να της στερήσει το βασικότερο εκφραστικό της μέσο, η Έλλη Λαμπέτη μετέτρεψε τη σιωπή σε υπέρτατο όπλο αξιοπρέπειας. Εύθραυστη αλλά συνάμα ακατάβλητη, παρέμεινε ως το τέλος ένα λαμπερό διαμάντι, αποδεικνύοντας ότι το υλικό από το οποίο πλάστηκε δεν ήταν άλλο από το ίδιο το φως της τέχνης.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom