OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
Πώς ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Ι.Θ. Κακριδής έφεραν τον Όμηρο ξανά κοντά μας

«Την Ελλάδα πεπαίδευκεν ούτος ο ποιητής», αναγνώριζε ο Πλάτων στην «Πολιτεία», αποτυπώνοντας με τον πλέον εύγλωττο τρόπο το ανεξάντλητο μέγεθος της επίδρασης του Ομήρου στον αρχαίο και τον νεότερο κόσμο. Τα δύο κορυφαία έπη, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, αποτελούν έναν διαχρονικό πνευματικό πυρήνα που μεταφράζεται, μελετάται και ανατροφοδοτεί τον παγκόσμιο πολιτισμό ανά τους αιώνες. Στη νεοελληνική γραμματεία, ωστόσο, το πιο επιδραστικό εγχείρημα προσέγγισης του επικού ποιητή φέρει τη σφραγίδα δύο σπουδαίων ανδρών: του λογοτέχνη Νίκου Καζαντζάκη και του κορυφαίου φιλολόγου και ομηριστή Ι.Θ. Κακριδή.
Η ιστορική συνάντηση στην Κατοχή και το τολμηρό όραμα
Η αφετηρία αυτής της μνημειώδους σύμπραξης τοποθετείται στον βαρύ χειμώνα του 1942, εν μέσω της γερμανικής Κατοχής. Ο Ι.Θ. Κακριδής, μέσα από το ιστορικό του κείμενο «Το χρονικό μιας συνεργασίας», περιγράφει τη συνάντησή του με τον Νίκο Καζαντζάκη στο γραφείο του Γεωργίου Παπανδρέου. Εκεί, ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας τού εκμυστηρεύτηκε την επιθυμία του να αναμετρηθεί με την Ιλιάδα, ζητώντας επιστημονική συνδρομή και βιβλιογραφία για τη μελέτη του στην Αίγινα.
Η αμοιβαία εκτίμηση και η αφοσίωση στο αντικείμενο οδήγησαν γρήγορα στην ιστορική επιστολή του Καζαντζάκη τον Μάρτιο του 1942: «Το τέλειο θα ’ταν να κάναμε μαζί τη μετάφραση της Ιλιάδας· έργο ζωής που ταιριάζει, είμαι βέβαιος, και στους δυο μας». Η πνευματική τους συγγένεια ισχυροποιήθηκε ακόμα περισσότερο αμέσως μετά την απελευθέρωση, όταν οι δυο τους υπηρέτησαν στην Κεντρική Επιτροπή Διαπιστώσεως Ωμοτήτων, καταγράφοντας από κοινού τα ναζιστικά εγκλήματα σε όλη την ελληνική επικράτεια.

Φιλολογική πιστότητα και ποιητική πνοή: Η μέθοδος του δεκαεπτασύλλαβου
Η συνεργασία Καζαντζάκη και Κακριδή κατάφερε να υπερβεί το παραδοσιακό δίλημμα σχετικά με το αν μια απόδοση αρχαίου κειμένου οφείλει να είναι αμιγώς φιλολογική ή ελεύθερα λογοτεχνική. Οι δύο δημιουργοί γεφύρωσαν με πρωτοποριακό τρόπο την επιστημονική ακρίβεια με την υψηλή ποιητική έκφραση.
Ο τρόπος δουλειάς τους υπήρξε απόλυτα συντονισμένος: Ο Κακριδής μετέφερε αρχικά τους ομηρικούς στίχους σε πιστό πεζό λόγο, παραμένοντας προσηλωμένος στο αρχαίο κείμενο. Στη συνέχεια, ο Καζαντζάκης αναλάμβανε να δώσει ρυθμό και λυρική μορφή στην απόδοση, επιλέγοντας τον δεκαεπτασύλλαβο στίχο. Η συγκεκριμένη στιχουργική επιλογή, με την επέκταση κατά δύο συλλαβές σε σχέση με τον παραδοσιακό δεκαπεντασύλλαβο, κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να αποδοθεί η εξαιρετική πυκνότητα του αρχαίου λόγου χωρίς να χαθούν εικόνες, νοήματα και επικοί χαρακτηρισμοί στη νεοελληνική απόδοση.
Μέσα από αυτό το τιτάνιο έργο, οι δύο κορυφαίοι πνευματικοί άνδρες δεν πρόσφεραν απλώς μια μετάφραση, αλλά κατέστησαν τα ομηρικά έπη ζωντανό και αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας και αυτογνωσίας.
























