«Τουρισμός του σούπερ μάρκετ»: Γιατί οι ταξιδιώτες προτιμούν το ράφι αντί για την εστίαση

Η φετινή τουριστική περίοδος φέρνει στο προσκήνιο μια σημαντική δομική αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες των επισκεπτών στην Ελλάδα. Ενώ οι τουριστικές ροές και οι πληρότητες στα καταλύματα καταγράφουν υψηλές επιδόσεις, η κατανομή της τουριστικής δαπάνης επαναπροσδιορίζεται. Τα σούπερ μάρκετ αναδεικνύονται σε έναν από τους μεγάλους κερδισμένους του φετινού καλοκαιριού, καθώς ένα αυξανόμενο μέρος των ταξιδιωτών μετατοπίζει την κατανάλωσή του από την παραδοσιακή εστίαση προς το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων.

Η ακτινογραφία της κατανάλωσης και τα στοιχεία της Circana

Αυτή η τάση, η οποία είχε αρχίσει να διαφαίνεται από την προηγούμενη τουριστική περίοδο, αποκτά πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά, διαμορφώνοντας το φαινόμενο που πολλοί αναλυτές αποκαλούν «τουρισμό του σούπερ μάρκετ». Η δυναμική αυτή επιβεβαιώνεται και από τα επίσημα στοιχεία της εταιρείας μετρήσεων αγοράς Circana. Κατά την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 9 Αυγούστου, η αξία των πωλήσεων στα ταχυκίνητα καταναλωτικά αγαθά σημείωσε ετήσια άνοδο 5,3%, ενώ ο όγκος πωλήσεων σε τεμάχια αυξήθηκε κατά 4,4%.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η αύξηση αυτή δεν οφείλεται σε πληθωριστικές πιέσεις. Η μέση τιμή ανά κωδικό αυξήθηκε μόλις κατά 0,8% τη συγκεκριμένη περίοδο, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι καταναλωτές τοποθετούν περισσότερα προϊόντα στο καλάθι τους. Παρόμοια εικόνα καταγράφηκε και καθ’ όλη τη διάρκεια του Ιουλίου, με τον τζίρο των αλυσίδων σούπερ μάρκετ να κινείται ενισχυμένος κατά 3% έως 5% σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα.

Οι αιτίες πίσω από τη στροφή των τουριστών στο ράφι

Η εξήγηση για αυτή τη μεταβολή βρίσκεται στη διαχείριση του προϋπολογισμού των ταξιδιωτών. Με το κόστος των αεροπορικών και ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, καθώς και της διαμονής, να απορροφά τη μερίδα του λέοντος του διαθέσιμου προϋπολογισμού, οι επισκέπτες αναζητούν τρόπους να περιορίσουν τα καθημερινά τους έξοδα. Έτσι, οι δαπάνες για φαγητό, ποτό και δραστηριότητες μπαίνουν συχνότερα στη διαδικασία περικοπών.

Οι τουρίστες επιλέγουν πλέον να περνούν περισσότερο χρόνο στα καταλύματά τους –ιδίως σε βίλες και ενοικιαζόμενα διαμερίσματα– προμηθευόμενοι τα απαραίτητα από τις τοπικές αλυσίδες τροφίμων. Προϊόντα όπως νερά, αναψυκτικά, μπύρες, σνακ, φρούτα, είδη πρωινού, καθώς και έτοιμα ή ημιέτοιμα γεύματα, κυριαρχούν στο «τουριστικό καλάθι», επιτρέποντας στους ταξιδιώτες να οργανώνουν μόνοι τους ένα σημαντικό μέρος των καθημερινών τους γευμάτων στο δωμάτιο.

Πιέσεις και προκλήσεις για τον κλάδο της εστίασης

Στον αντίποδα αυτής της ανάπτυξης βρίσκονται οι επιχειρήσεις εστίασης. Εστιατόρια, ταβέρνες και καφετέριες, ιδιαίτερα στις νησιωτικές περιοχές, βρίσκονται αντιμέτωπα με μια διπλή πίεση: τη μείωση της μέσης δαπάνης ανά πελάτη και την παράλληλη εκτόξευση του λειτουργικού τους κόστους. Οι αυξήσεις στις τιμές των πρώτων υλών, η ενέργεια, τα μεταφορικά, οι μισθοί και το εξαιρετικά υψηλό κόστος στέγασης του προσωπικού συνθέτουν ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον.

Καθώς οι καταναλωτές εμφανίζονται εξαιρετικά ευαίσθητοι στις τιμές, οι δυνατότητες των επιχειρηματιών της εστίασης να μετακυλήσουν το αυξημένο κόστος στις τελικές τιμές είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Το αποτέλεσμα είναι η ανακατανομή της τουριστικής πίτας υπέρ του οργανωμένου λιανεμπορίου, το οποίο αποκτά στρατηγικό ρόλο στην τουριστική οικονομία της χώρας, αλλάζοντας ριζικά τα δεδομένα για τις τοπικές αγορές των παραθεριστικών προορισμών.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom