OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
Γερμανικές συντάξεις: Πώς γίνονται «χρυσωρυχείο» 500 δισ. ευρώ για τα funds

Μία από τις μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις του γερμανικού συνταξιοδοτικού συστήματος από την εποχή του Ότο φον Μπίσμαρκ (Otto von Bismarck) αναμένεται να αλλάξει ριζικά όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο οι Γερμανοί αποταμιεύουν για τα γηρατειά, αλλά και τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή αγορά διαχείρισης κεφαλαίων. Η Γερμανία εγκαταλείπει σταδιακά το παραδοσιακό μοντέλο των χαμηλών αποδόσεων με εγγυημένο κεφάλαιο, ανοίγοντας τον δρόμο για κρατικά επιδοτούμενες επενδύσεις σε ένα ευρύτερο φάσμα προϊόντων, από ETFs χαμηλού κόστους έως ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg, ο ιδιωτικός συνταξιοδοτικός «κουμπαράς» της χώρας προβλέπεται να διπλασιαστεί εντός της επόμενης δεκαετίας, αγγίζοντας τα 500 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μια τεράστια αγορά που κινητοποιεί ήδη τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων παγκοσμίως. Κολοσσοί όπως οι DWS, JPMorgan Asset Management, Vanguard και BlackRock προετοιμάζουν νέα επενδυτικά προϊόντα ενόψει της εφαρμογής του νέου συστήματος, η οποία τοποθετείται χρονικά για την 1η Ιανουαρίου 2027.
Για δεκαετίες, οι Γερμανοί πολίτες διακρίνονταν για τον συντηρητικό χαρακτήρα τους στην αποταμίευση, επιλέγοντας τραπεζικές καταθέσεις και ασφαλιστικά προϊόντα με εγγύηση αρχικού κεφαλαίου. Παρότι το μοντέλο αυτό παρείχε ασφάλεια, συνοδευόταν από εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις. Η νέα μεταρρύθμιση φιλοδοξεί να διοχετεύσει τεράστια κεφάλαια που παραμένουν ανενεργά σε τραπεζικούς λογαριασμούς απευθείας στις κεφαλαιαγορές, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από τις απλές καταθέσεις στη μακροπρόθεσμη δημιουργία πλούτου.
Πίσω από αυτή τη στροφή κρύβονται αυστηρές δημογραφικές πιέσεις. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι εργαζόμενοι που εισέρχονται σήμερα στην αγορά εργασίας κινδυνεύουν να λάβουν από την υποχρεωτική κρατική σύνταξη μόλις το 53% των αποδοχών τους, ποσοστό που απέχει σημαντικά από το επιθυμητό 80% για τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου. Παράλληλα, το δημογραφικό πρόβλημα επιβαρύνει δραστικά το διανεμητικό κρατικό σύστημα, καθώς μέσα στην επόμενη δεκαετία θα αντιστοιχούν μόλις δύο εργαζόμενοι για κάθε πολίτη άνω των 65 ετών.
Στο επίκεντρο της μεταρρύθμισης βρίσκεται η αντικατάσταση του συστήματος Riester, το οποίο είχε θεσπιστεί στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αλλά έχασε την ελκυστικότητά του λόγω υψηλού κόστους και χαμηλών αποδόσεων. Το νέο πλαίσιο θα επιτρέπει τη διοχέτευση αποταμιεύσεων σε επιδοτούμενους επενδυτικούς λογαριασμούς, με ανώτατο όριο προμηθειών 1% για τα τυποποιημένα προϊόντα, ευνοώντας τα φθηνά ETFs. Παράλληλα, οι επενδυτές θα έχουν πρόσβαση σε πιο σύνθετες επιλογές, όπως τα ευρωπαϊκα μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια ELTIFs.
Η S&P Global Ratings εκτιμά ότι η μετάβαση αυτή μπορεί να προσθέσει ετήσιες εισροές ύψους έως και 56 δισ. ευρώ στα ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Οι παραδοσιακές ασφαλιστικές εταιρείες, που κυριαρχούσαν επί χρόνια στα προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου, αναμένεται να δεχθούν ισχυρές πιέσεις, ενώ οι κερδισμένοι της νέας εποχής θα είναι οι ψηφιακοί χρηματιστές, οι τράπεζες και τα διεθνή funds που θα προλάβουν να εξασφαλίσουν θέση στα νέα χαρτοφυλάκια.
























