OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Ουάλλας Στέγκνερ: Κοιτάζοντας το καθημερινό στα μάτια χωρίς τον φόβο της Μέδουσας

Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος κατακλύζεται από ηχηρές κορώνες και εντυπωσιοθηρία, η λογοτεχνική σκέψη του Ουάλλας Στέγκνερ επανέρχεται ως ένα αναγκαίο αντίβαρο στοχασμού και ουσίας. Αν και θεωρείται ένας από τους επιδραστικότερους δημιουργούς των αμερικανικών γραμμάτων του 20ού αιώνα, ο βραβευμένος με Πούλιτζερ συγγραφέας παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητος από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Μια πρόσφατη έκδοση έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, φέρνοντας στο φως τις θεμελιώδεις απόψεις του για την τέχνη του λόγου.
Η ανακάλυψη μιας κορυφαίας φωνής του 20ού αιώνα
Ο Ουάλλας Στέγκνερ (1909-1993) υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα: υπέγραψε περισσότερα από 30 βιβλία, απέσπασε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας των ΗΠΑ και ίδρυσε το περίφημο πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, διαμορφώνοντας γενιές συγγραφέων. Στην Ελλάδα, ωστόσο, έχουν μεταφραστεί ελάχιστα από τα έργα του.
Το ενδιαφέρον για την κληρονομιά του αναζωπυρώνεται με την κυκλοφορία του ολιγοσέλιδου δοκιμίου «Ο νόμος της φύσης και το όνειρο του ανθρώπου» από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Πρόκειται για μια ιστορική ομιλία που εκφώνησε ο Στέγκνερ το 1988 στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, η οποία αποδίδεται στα ελληνικά σε μετάφραση και εισαγωγή του Γιάννη Παλαβού, συνοδευόμενη από επίμετρο του συγγραφέα Χρήστου Οικονόμου. Το κείμενο αυτό αποτελεί ένα διαχρονικό մανιφέστο για τη φύση της γραφής και την ευθύνη του λογοτέχνη.

Η καθημερινότητα ως τόπος ύπαρξης και αλήθειας
Κεντρικός άξονας της κοσμοθεωρίας του Στέγκνερ υπήρξε η βαθιά ενασχόληση με το οικείο και το απλό. Σε μια αποστροφή του λόγου του που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του, σημειώνει χαρακτηριστικά πως κοίταξε το καθημερινό και το τετριμμένο στα μάτια χωρίς να πετρώσει, διαπιστώνοντας πως δεν πρόκειται για τη μυθική Μέδουσα. Για τον Αμερικανό δημιουργό, πρωταρχικός ρόλος του συγγραφέα είναι να καθιστά αξιομνημόνευτο αυτό ακριβώς το καθημερινό, αναγνωρίζοντας ότι εκεί διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας.
Απορρίπτοντας τις κραυγές και τις εύκολες καταγγελίες κατά της κοινωνικής συμβατικότητας, ο Στέγκνερ επέλεξε συνειδητά τον «ψίθυρο από τη γωνιά» αντί για τα κηρύγματα από καθέδρας. Η πρόθεσή του ήταν να ενωθεί με τον κοινό ήχο της ανθρωπότητας. Όπως διακήρυττε, εάν επρόκειτο ποτέ να επαναστατήσει, θα το έπραττε προς την κατεύθυνση της κοινωνικής συνοχής, της πολιτισμικής μνήμης, της γραμματικής, του συντακτικού και της κοινής ανθρώπινης παράδοσης.
Συγγραφείς ως γλύπτες και όχι ως μάγειρες
Η αντίληψη του Στέγκνερ για τη συγγραφική δημιουργία υπερβαίνει τις τεχνικές δεξιότητες. Παρομοίαζε τους αληθινούς συγγραφείς όχι με «μάγειρες» που αναμειγνύουν συστατικά για να τέρψουν το κοινό, αλλά με «γλύπτες» που αναμετρώνται με το υλικό τους σε μια επίπονη απόπειρα εξέτασης γνήσιων ανθρώπινων αδιεξόδων.
Κατά τον ίδιο, ένα λογοτεχνικό έργο δεν μπορεί παρά να αντανακλά τη διαύγεια αλλά και τις αδυναμίες του δημιουργού του. Είτε πρόκειται για μυθοπλασία είτε για αυτοβιογραφία, το τελικό κριτήριο παραμένει αναλλοίωτο: εάν ένα κείμενο είναι καλογραμμένο, αναπόφευκτα κοινωνεί την αλήθεια. Η παρακαταθήκη του Στέγκνερ υπενθυμίζει ότι η μεγάλη λογοτεχνία δεν απαιτεί εκκωφαντικό θόρυβο για να ακουστεί, αλλά διαπεραστικό βλέμμα που αντέχει να κοιτάξει τη ζωή στην πιο απέριττη μορφή της.
























