SIPRI: Διευρύνεται επικίνδυνα το χάσμα ανάμεσα στις στρατιωτικές δαπάνες και την αναπτυξιακή βοήθεια

Σε μια περίοδο οξύτατης γεωπολιτικής ρευστότητας, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ, την ώρα που οι πόροι για τη διεθνή αναπτυξιακή και ανθρωπιστική βοήθεια συρρικνώνονται δραματικά. Σύμφωνα με νέα έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών Ειρήνης της Στοκχόλμης (SIPRI), η προτεραιότητα που δίνουν οι ισχυρές οικονομίες στον επανεξοπλισμό απειλεί να διευρύνει το χρηματοδοτικό κενό για τις ανθρωπιστικές ανάγκες στα 179 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2028, επιφέροντας σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια σταθερότητα.

Ιστορικό ρεκόρ για τους εξοπλισμούς και εκτίναξη του ελλείμματος βοήθειας

Τα στοιχεία της έκθεσης του SIPRI αποτυπώνουν μια ανησυχητική ανισορροπία στις διεθνείς προτεραιότητες. Οι παγκόσμιες αμυντικές δαπάνες ανήλθαν το 2025 στο πρωτοφανές ποσό των 2,9 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, αντιστοιχώντας στο 2,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αντιθέτως, η επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια, όπως καταγράφεται από τον ΟΟΣΑ, ακολουθεί σταθερά καθοδική πορεία από το 2024.

Οι αναλυτές του ινστιτούτου εκτιμούν ότι οι συνολικές ανάγκες για ανθρωπιστική και αναπτυξιακή στήριξη ενδέχεται να ανέλθουν στα 326 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2028, εξαιτίας της κλιμάκωσης των ενόπλων συρράξεων και των φυσικών καταστροφών. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το έλλειμμα των 179 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα ξεπεράσει ακόμη και το σύνολο της προβλεπόμενης βοήθειας για το ίδιο έτος. Όπως επισημαίνεται, η κάλυψη αυτού του κενού θα απαιτούσε μονάχα ένα μικρό κλάσμα των επιπλέον κονδυλίων που κατευθύνονται σήμερα στους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς.

«Βρισκόμαστε εν μέσω μιας παρατεταμένης απόσυρσης ζωτικής σημασίας ανθρωπιστικής βοήθειας, σε μια εποχή που οι ανάγκες διογκώνονται», τόνισε ο Ναν Τιάν, διευθυντής του προγράμματος στρατιωτικών δαπανών του SIPRI, υπογραμμίζοντας ότι η γεφύρωση του χάσματος παραμένει απόλυτα εφικτή σε οικονομικό επίπεδο.

Περικοπές σε κρίσιμους τομείς και το παράδειγμα Γερμανίας – Βρετανίας

Η κόπωση στη χρηματοδότηση της βασικής αναπτυξιακής βοήθειας είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήδη από το 2021. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα συγκαλύφθηκε προσωρινά από την έκτακτη οικονομική στήριξη προς την Ουκρανία μετά τη ρωσική εισβολή, καθώς και από τα κονδύλια που υπολογίστηκαν ως βοήθεια αλλά αφορούσαν τη φιλοξενία προσφύγων στο εσωτερικό των ίδιων των δωρητριών χωρών. Σήμερα, οι μεγαλύτερες περικοπές εντοπίζονται σε δύο νευραλγικούς τομείς: τις βασικές οικονομικές υποδομές και τη δημόσια υγεία των ευάλωτων κρατών.

Η έκθεση εστιάζει ιδιαίτερα στις πολιτικές της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου οι κυβερνήσεις επικαλέστηκαν τη δημοσιονομική ανάγκη ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεων για να δικαιολογήσουν το “ψαλίδι” στην εξωτερική βοήθεια. Εντούτοις, οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι τα κεφάλαια που εξοικονομούνται από αυτές τις περικοπές συμβάλλουν ελάχιστα στην κάλυψη των τεράστιων εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Η στρατιωτική ισχύς δεν αρκεί για την παγκόσμια ασφάλεια

«Οι πλούσιες χώρες αύξησαν κατακόρυφα τις στρατιωτικές δαπάνες απέναντι στις νέες απειλές, όμως αυτό συνέπεσε με βαθιές περικοπές στη διεθνή βοήθεια», σημειώνει ο ερευνητής του SIPRI, Σιάο Λιανγκ, προειδοποιώντας ότι η τακτική αυτή τροφοδοτεί μακροπρόθεσμα την παγκόσμια ανασφάλεια.

Το βασικό συμπέρασμα του SIPRI είναι σαφές: η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν μπορεί να εγγυηθεί τη διεθνή ειρήνη. Η αναπτυξιακή βοήθεια στοχεύει στην καταπολέμηση των βαθύτερων αιτίων της αποσταθεροποίησης —όπως η φτώχεια, η κλιματική κρίση και οι θεσμικές αδυναμίες— και για τον λόγο αυτό οφείλει να λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά προς την αμυντική πολιτική.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom