OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
Παγκόσμια αγορά καφέ: Οι δύο χώρες που καλύπτουν το 53% της παραγωγής

Από τα εκλεκτά χαρμάνια των γνωστών αλυσίδων εστίασης μέχρι τον καθημερινό espresso στο συνοικιακό καφέ, περισσότερο από το ήμισυ του καφέ που καταναλώνεται παγκοσμίως προέρχεται από μόλις δύο κράτη. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας (USDA), η Βραζιλία και το Βιετνάμ καλύπτουν από κοινού το 53% της παγκόσμιας παραγωγής, αναδεικνύοντας τη μεγάλη συγκέντρωση που χαρακτηρίζει την εφοδιαστική αλυσίδα ενός από τα πιο δημοφιλή αγροτικά προϊόντα στον πλανήτη.
Για την περίοδο 2025/2026, η συνολική παγκόσμια παραγωγή καφέ εκτιμάται ότι θα φτάσει τους 179 εκατομμύρια σάκους, βάρους 60 κιλών ο καθένας. Στην κορυφή της σχετικής λίστας βρίσκεται σταθερά η Βραζιλία, η οποία παράγει 63 εκατομμύρια σάκους, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 35% του παγκόσμιου συνόλου. Μάλιστα, η χώρα της Λατινικής Αμερικής ξεπερνά μόνη της την παραγωγή του Βιετνάμ, της Κολομβίας και της Ινδονησίας αθροιστικά.
Η κυριαρχία της Βραζιλίας δεν είναι τυχαία, καθώς διατηρεί τα σκήπτρα του μεγαλύτερου παραγωγού παγκοσμίως για περισσότερο από 150 χρόνια. Η αγροτική της υποδομή επιτρέπει την καλλιέργεια τόσο ποικιλιών Arabica, γνωστών για την ήπια και σύνθετη γεύση τους, όσο και Robusta (ή Conilon), εξασφαλίζοντας την τροφοδοσία διαφορετικών τμημάτων της αγοράς.
Στη δεύτερη θέση παγκοσμίως συναντάται το Βιετνάμ, με παραγωγή 31,7 εκατομμυρίων σάκων, μερίδιο που αγγίζει το 18%. Η εντυπωσιακή άνοδος της ασιατικής χώρας τις τελευταίες δεκαετίες βασίστηκε αποκλειστικά στη Robusta, η οποία χρησιμοποιείται κατά κόρον στην παραγωγή στιγμιαίου καφέ και χαρμανιών espresso. Την πρώτη πεντάδα της παγκόσμιας κατάταξης συμπληρώνουν η Κολομβία και η Ινδονησία με μερίδιο 7% η κάθε μία, καθώς και η Αιθιοπία ως ο μεγαλύτερος παραγωγός της Αφρικής.
Παρά ταύτα, η τεράστια συγκέντρωση της παραγωγής σε ελάχιστες χώρες αφήνει την παγκόσμια αγορά ευάλωτη. Κλιματικές ανωμαλίες, όπως ξηρασίες ή παγετοί στη Βραζιλία, και διαταραχές στις μεταφορές μπορούν άμεσα να περιορίσουν τα αποθέματα, επηρεάζοντας τις διεθνείς τιμές και τελικά το κόστος του καφέ για τον τελικό καταναλωτή.
























