Επιτόκια καταθέσεων: Η μεγάλη «ψαλίδα» με την Ευρώπη και οι ετήσιες απώλειες 3 δισ. ευρώ για τα νοικοκυριά

Σε μια ιδιότυπη παγίδα ρευστότητας βρίσκονται εγκλωβισμένα τα ελληνικά νοικοκυριά, καθώς η συνεχιζόμενη πολιτική των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων καταθέσεων στερεί τουλάχιστον 3 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως από τις αποταμιεύσεις τους. Την ώρα που το κόστος ζωής παραμένει υψηλό, οι αποταμιευτές βλέπουν την πραγματική αξία των χρημάτων τους να εξανεμίζεται, με το τραπεζικό σύστημα να καταγράφει ιστορικά υψηλά κέρδη χάρη στο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων.

Το εκρηκτικό επιτοκιακό περιθώριο και η διάβρωση των αποταμιεύσεων

Από τα συνολικά 240 δισεκατομμύρια ευρώ των εγχώριων καταθέσεων, τα περίπου 155 δισεκατομμύρια ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα. Ωστόσο, η απόδοση για αυτά τα κεφάλαια παραμένει καθηλωμένη. Το μέσο επιτόκιο καταθέσεων κυμαίνεται μόλις στο 0,40%, το οποίο μετά την παρακράτηση του φόρου 15% περιορίζεται στο ισχνό 0,34%. Αντίθετα, το μέσο επιτόκιο δανειοδοτήσεων διαμορφώνεται κοντά στο 4,8%, διαμορφώνοντας το λεγόμενο επιτοκιακό περιθώριο (spread) σε επίπεδα που υπερβαίνουν το 1.200%.

Η αναντιστοιχία αυτή γίνεται ακόμη πιο πιεστική αν συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός, ο οποίος κινείται πέριξ του 4%. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ που παραμένουν σε έναν τραπεζικό λογαριασμό, η πραγματική αγοραστική αξία στο τέλος του έτους μειώνεται στα 96,4 ευρώ. Επιπλέον, το κόστος εντείνεται από τις μηνιαίες επιβαρύνσεις διατήρησης λογαριασμών και τις προμήθειες στα ηλεκτρονικά δίκτυα, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους καταθέτες.

Το χάσμα με την Ευρωζώνη και το «παρκάρισμα» στην ΕΚΤ

Η εικόνα στην Ελλάδα απέχει δραστικά από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ισπανία, όπου ο πληθωρισμός κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα, τα επιτόκια καταθέσεων διαμορφώνονται μεταξύ 2,4% και 2,5% — δηλαδή πάνω από δύο ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τα ελληνικά. Εάν στην Ελλάδα ίσχυε ο ευρωπαϊκός μέσος όρος, οι αποταμιευτές θα είχαν πρόσθετα έσοδα άνω των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως, ενώ τα δημόσια ταμεία θα εισέπρατταν περίπου 450 εκατομμύρια ευρώ από τη σχετική φορολόγηση.

Το ολιγοπωλιακό περιβάλλον του εγχώριου τραπεζικού κλάδου επιτρέπει στα ιδρύματα να συγκεντρώνουν φθηνή ρευστότητα από τη βάση των καταθετών και να την τοποθετούν με ασφάλεια στο βασικό επιτόκιο αποδοχής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Φρανκφούρτη, εξασφαλίζοντας απόδοση 2,5% χωρίς κανένα επενδυτικό ρίσκο.

Ρεκόρ κερδοφορίας και φορολογικές ασυμμετρίες

Αυτός ο μηχανισμός έχει οδηγήσει τα καθαρά τραπεζικά κέρδη σε επίπεδα άνω των 4,6 δισεκατομμυρίων ευρώ, με τα στοιχεία του τελευταίου εννεαμήνου να δείχνουν νέα άνοδο της τάξης του 10%. Σημαντικό μέρος αυτών των κερδών κατευθύνεται πλέον σε μερίσματα προς τους μετόχους, τα οποία φορολογούνται με συντελεστή μόλις 5%, την ίδια στιγμή που το κράτος επιβάλλει τριπλάσιο φόρο (15%) στους πενιχρούς τόκους των απλών αποταμιευτών. Όσο η απόκλιση μεταξύ δανεισμού και αποταμίευσης παραμένει στα σημερινά επίπεδα, το βάρος της νομισματικής προσαρμογής θα συνεχίσει να μετακυλίεται δυσανάλογα στα νοικοκυριά.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom