OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
ΔΗΠΕΘΕ: Από το όραμα της Μελίνας Μερκούρη στη σταδιακή απαξίωση – Το στοίχημα της αναγέννησης

Τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα (ΔΗΠΕΘΕ) αποτέλεσαν έναν από τους πιο ρηξικέλευθους και φιλόδοξους θεσμούς στη νεότερη πολιτιστική ιστορία της Ελλάδας. Θεσμοθετημένα το 1983 υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση της Μελίνας Μερκούρη, δεν είχαν ως μοναδικό στόχο το απλό ανέβασμα θεατρικών παραγωγών, αλλά τη θεμελιώδη αναβάθμιση της καλλιτεχνικής παιδείας στην ελληνική περιφέρεια. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ο θεσμός βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, αντιμέτωπος με χρόνιες παθογένειες, απώλεια προσανατολισμού και την ανάγκη για ριζικό επαναπροσδιορισμό.
Η χρυσή εκκίνηση και η δυναμική της περιφέρειας
Η αρχή έγινε τον Σεπτέμβριο του 1983 με την επιλογή έξι πόλεων: του Αγρινίου, της Βέροιας, των Ιωαννίνων, της Καλαμάτας, της Λάρισας και των Χανίων. Μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, το δίκτυο επεκτάθηκε φτάνοντας τα έντεκα θέατρα, διαμορφώνοντας έναν ζωντανό πολιτιστικό ιστό μακριά από την πρωτεύουσα.
Η δυναμική των πρώτων χρόνων αποτυπώθηκε όχι μόνο στην τοπική αποδοχή αλλά και σε σημαντικές καλλιτεχνικές επιτυχίες που άφησαν εποχή. Χαρακτηριστικό ορόσημο υπήρξε η κάθοδος στην Επίδαυρο το 1989 με τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη από το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, μια παράσταση που απέδειξε έμπρακτα ότι η περιφέρεια είχε τη δυνατότητα να παραγάγει θέατρο υψηλών αξιώσεων, ικανό να σταθεί ισάξια δίπλα στις κεντρικές κρατικές σκηνές.

Οικονομική κρίση, μικροπολιτική και απώλεια ταυτότητας
Τα πρώτα σημάδια κόπωσης εμφανίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 2000 και κορυφώθηκαν με το ξέσπασμα της δημοσιονομικής κρίσης. Παρότι η συρρίκνωση της κρατικής χρηματοδότησης δημιούργησε ένα αβέβαιο τοπίο και λειτούργησε αποτρεπτικά για πολλούς δημιουργούς, το βαθύτερο πρόβλημα υπήρξε πρωτίστως δομικό και πολιτικό.
Σταδιακά, το αρχικό καλλιτεχνικό όραμα υποχώρησε μπροστά στη μικροπολιτική διαχείριση. Αρκετές δημοτικές αρχές άρχισαν να αντιμετωπίζουν τα δημοτικά θέατρα ως μέσα προσωπικής προβολής παρά ως πυλώνες τοπικής πολιτιστικής ανάπτυξης. Οι καλλιτεχνικοί διευθυντές συχνά αφήνονταν αβοήθητοι απέναντι σε τοπικιστικές πιέσεις, ενώ δεν έλειψαν και περιπτώσεις όπου οι θέσεις αντιμετωπίστηκαν ως αργομισθίες από επαγγελματίες με κύρια βάση την Αθήνα. Παράλληλα, η καταφυγή σε όρους εύκολου, εμπορικού θεάτρου –με μία μόνο ετήσια παραγωγή επικεντρωμένη σε κάποιο αναγνωρίσιμο τηλεοπτικό όνομα– απομάκρυνε τα ΔΗΠΕΘΕ από τη σύνδεσή τους με την εκπαίδευση και την ουσιαστική θεατρική καλλιέργεια των πολιτών.
Η ανάγκη για ένα νέο εθνικό όραμα
Στη σημερινή συγκυρία, το ζητούμενο ξεπερνά την απλή οικονομική επιβίωση ή τη διανομή κονδυλίων για την ευκαιριακή απασχόληση καλλιτεχνών. Τα ΔΗΠΕΘΕ χρειάζονται έναν συνολικό επανακαθορισμό που θα εκπορεύεται από μια ξεκάθαρη στρατηγική του Υπουργείου Πολιτισμού σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση.
Η διασφάλιση διαφανών, αξιοκρατικών διαδικασιών, η επιλογή στελεχών με ουσιαστική παρουσία και δέσμευση στην περιφέρεια, καθώς και η επιστροφή στον εκπαιδευτικό και κοινωνικό τους ρόλο αποτελούν προϋποθέσεις για την επιβίωση του θεσμού. Μόνο μέσα από έναν τέτοιο μετασχηματισμό θα μπορέσει το όραμα της πολιτιστικής αποκέντρωσης να ανακτήσει τη χαμένη του δυναμική.
























