Έρευνα ΚΕΦΙΜ και Tax Foundation: Στην 5η θέση του ΟΟΣΑ η Ελλάδα στη φορολογία φυσικών προσώπων

Στην πρώτη πεντάδα των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα των φυσικών προσώπων αναδεικνύεται η Ελλάδα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας για το 2026. Η ετήσια έκθεση, η οποία συντάχθηκε από τους ερευνητές Άλεξ Μένγκντεν και Λουίς Ζάρκα και δόθηκε στη δημοσιότητα από το Tax Foundation σε συνεργασία με το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), καταγράφει τη συνολική επίδοση του ελληνικού φορολογικού συστήματος, διατηρώντας τη χώρα στην 23η θέση της γενικής κατάταξης μεταξύ 38 ανεπτυγμένων οικονομιών.

Τα ισχυρά σημεία: Φυσικά πρόσωπα και εταιρικοί συντελεστές

Το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα του εγχώριου πλαισίου εντοπίζεται στη φορολόγηση των φυσικών προσώπων, κατηγορία στην οποία η Ελλάδα κατατάσσεται 5η μεταξύ των 38 κρατών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Θετική εικόνα καταγράφεται επίσης στους κανόνες διασυνοριακής φορολόγησης, όπου η χώρα βρίσκεται στη 19η θέση, καθώς και στην εταιρική φορολόγηση, καταλαμβάνοντας την 22η θέση. Η έκθεση επισημαίνει ότι ο συντελεστής φορολόγησης των επιχειρήσεων στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερος από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, παρέχοντας ένα σχετικό πλεονέκτημα για την προσέλκυση παραγωγικών κεφαλαίων.

Παρά τη στασιμότητα στη γενική κατάταξη (23η θέση, ανάμεσα στη Φινλανδία στην 22η και τη Χιλή στην 24η), η συνολική βαθμολογία της Ελλάδας σημείωσε οριακή άνοδο, φτάνοντας τις 65,9 μονάδες με άριστα το 100, έναντι 65,7 μονάδων της προηγούμενης περιόδου. Ο δείκτης αξιολογεί περισσότερες από 40 μεταβλητές, εξετάζοντας όχι μόνον το ύψος των συντελεστών, αλλά κυρίως την ουδετερότητα, την αποτελεσματικότητα και τον σχεδιασμό του φορολογικού μηχανισμού.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες: Κατανάλωση και φόροι ακινήτων

Στον αντίποδα, το φορολογικό σύστημα συνεχίζει να εμφανίζει σημαντικά περιθώρια βελτίωσης σε βασικούς τομείς που επιβαρύνουν τη συνολική του ανταγωνιστικότητα. Στη φορολόγηση της κατανάλωσης η Ελλάδα υποχωρεί στην 29η θέση, εξαιτίας του υψηλού βασικού συντελεστή ΦΠΑ (24%) σε συνδυασμό με το πλήθος εξαιρέσεων και μειωμένων συντελεστών, με αποτέλεσμα η φορολογική βάση να καλύπτει μόλις το 44% της τελικής κατανάλωσης. Χαρακτηριστικό αντιπαράδειγμα αποτελεί η Νέα Ζηλανδία, η οποία διατηρεί συντελεστή 15% αλλά εφαρμόζει ενιαία βάση στο 95% της κατανάλωσης.

Χαμηλές επιδόσεις καταγράφονται επίσης στους φόρους επί της ιδιοκτησίας (30ή θέση), καθώς και στους κανόνες συμψηφισμού επιχειρηματικών ζημιών, στοιχεία που λειτουργούν ανασταλτικά στην επενδυτική δραστηριότητα.

Η διεθνής εικόνα και η ανάγκη νέων μεταρρυθμίσεων

Στη διεθνή σκηνή, η Εσθονία διατηρείται στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης για 13η συνεχή χρονιά, ακολουθούμενη από τη Λετονία και τη Νέα Ζηλανδία, ενώ στον αντίποδα, τη λιγότερο ανταγωνιστική φορολογική δομή διαθέτει η Γαλλία στην 38η θέση.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έκθεσης, ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, υπογράμμισε ότι η φορολογική ανταγωνιστικότητα αποτελεί θεμελιώδη μοχλό για τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και την οικονομική ευημερία. Όπως σημείωσε, η διατήρηση της 23ης θέσης υπενθυμίζει πως απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις, εστιάζοντας πρωτίστως στη διεύρυνση της βάσης του ΦΠΑ, στον εξορθολογισμό των φόρων ιδιοκτησίας και στον εκσυγχρονισμό των κανόνων μεταφοράς ζημιών για τις επιχειρήσεις.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom