Ψυχική υγεία: 1,2 δισ. άνθρωποι με διαταραχές παγκοσμίως – Ο οδικός χάρτης για τη μετάβαση στην κοινοτική φροντίδα

Σχεδόν 1,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο —περίπου ένας στους επτά— ζουν με κάποια ψυχική διαταραχή, σύμφωνα με τα πλέον επικαιροποιημένα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ). Ειδικότερα, 470 εκατομμύρια άτομα αντιμετωπίζουν αγχώδεις διαταραχές και 322 εκατομμύρια κατάθλιψη. Παρά την ύπαρξη τεκμηριωμένων παρεμβάσεων πρόληψης και αντιμετώπισης, η πλειονότητα όσων νοσούν εξακολουθεί να μην έχει πρόσβαση σε αποτελεσματική περίθαλψη.

Στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, οι διαστάσεις του προβλήματος είναι εξίσου ανησυχητικές. Ένας στους έξι ανθρώπους (περίπου 140 εκατομμύρια) αντιμετωπίζει καταστάσεις ψυχικής υγείας, με έναν στους τρεις να μην λαμβάνει τη θεραπεία που χρειάζεται και έναν στους τέσσερις ασθενείς με ψύχωση να μένει παντελώς εκτός συστήματος φροντίδας. Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από 120.000 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους ετησίως λόγω αυτοκτονίας στην Ευρώπη —περισσότεροι από 300 καθημερινά— με το φαινόμενο να αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου στις ηλικίες 15 έως 29 ετών.

Η παγίδα της ιδρυματικής περίθαλψης και το έλλειμμα αποϊδρυματοποίησης

Πέρα από τους αριθμούς, το κομβικό ζήτημα έγκειται στον τρόπο και στο περιβάλλον παροχής βοήθειας. Παρά τη διακηρυγμένη στροφή προς την κοινοτική ψυχιατρική, τα δεδομένα του Mental Health Atlas αποκαλύπτουν ότι μόλις το 9% των χωρών έχει ολοκληρώσει τη μετάβαση από τη μακροχρόνια ιδρυματική περίθαλψη σε υπηρεσίες μέσα στην κοινότητα, ενώ το 53% παραμένει ακόμη σε αρχικά στάδια.

Η εικόνα των νοσηλειών αποτυπώνει το μέγεθος της πρόκλησης: περίπου το 49% των εισαγωγών σε ψυχιατρικά ιδρύματα είναι ακούσιες, ενώ το 23% των ασθενών παραμένει νοσηλευόμενο για περισσότερο από έναν χρόνο. Τα ποσοστά αυτά επιβεβαιώνουν τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη σύγχρονη επιστημονική αντίληψη και την καθημερινή πρακτική των συστημάτων υγείας παγκοσμίως.

Τα τρία βήματα για τη μετάβαση στην κοινοτική υποστήριξη

Η αποϊδρυματοποίηση δεν σημαίνει απλώς μείωση ψυχιατρικών κλινών, καθώς το πρόωρο κλείσιμο δομών χωρίς εναλλακτικό δίκτυο αφήνει τους ασθενείς ευάλωτους. Ο νέος οδηγός του ΠΟΥ υπογραμμίζει ότι η φροντίδα πρέπει να μεταφερθεί κοντά στην καθημερινότητα του ατόμου, διαρθρωμένη σε τρεις διακριτές φάσεις:

Αρχικά, απαιτείται η ανάπτυξη ισχυρών κοινοτικών υποδομών, οι οποίες εξασφαλίζουν υποστήριξη για αυτόνομη στέγαση, επαγγελματική ένταξη και συνεχή παρακολούθηση μετά το εξιτήριο. Παράλληλα, επιβάλλονται ουσιαστικές αλλαγές στο εσωτερικό των υφιστάμενων νοσοκομείων, με περιορισμό των αναγκαστικών μέτρων και εστίαση στην αυτονομία. Τέλος, η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη διασφάλιση σταθερής χρηματοδότησης και ανθρώπινου δυναμικού, ώστε να αποτραπεί η κοινωνική απομόνωση των ληπτών υπηρεσιών.

Η αξιοποίηση της βιωμένης εμπειρίας στον σχεδιασμό των υπηρεσιών

Κεντρικός πυλώνας της νέας προσέγγισης είναι το μήνυμα «Lived experiences heard: real voices, real change». Η προσωπική εμπειρία όσων έχουν νοσήσει ή νοσηλευτεί αποτελεί κρίσιμη γνώση για τη διόρθωση των δυσλειτουργιών του συστήματος.

Ωστόσο, η συμμετοχή των ίδιων των ασθενών παραμένει περιορισμένη. Μόλις το 37% των κρατών αξιοποιεί άτομα με βιωμένη εμπειρία στην εκπαίδευση εργαζομένων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, ενώ μόνο το 45% διατηρεί σταθερό διάλογο με οργανώσεις ασθενών και φροντιστών. Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα καθιστά σαφές ότι η ουσιαστική συμμετοχή τους στη χάραξη πολιτικής, σε συνδυασμό με την καθιέρωση σαφών δεικτών ποιότητας και προσβασιμότητας, αποτελεί τον μοναδικό δρόμο για ένα ανθρωποκεντρικό σύστημα ψυχικής υγείας.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom