OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
«Ομόνοια: Μια μυθοπλασία»: Ένα αστικό θρίλερ στο Θέατρο Δίπυλον με αφετηρία ένα πραγματικό μυστήριο

Στην κεντρική σκηνή του θεάτρου Δίπυλον, λίγα μόλις μέτρα μακριά από τη φυσική της τοποθεσία, η πλατεία Ομονοίας αναπαρίσταται σε μικρογραφία. Το εμβληματικό σιντριβάνι στο κέντρο και τα γνώριμα, ιστορικά κτίρια της περιοχής συνθέτουν τον σκηνικό μικρόκοσμο της νέας παραγωγής με τίτλο «Ομόνοια: Μια μυθοπλασία», σε σκηνοθεσία των Ανέστη Αζά και Πρόδρομου Τσινικόρη. Με αφετηρία την εύρεση ενός άψυχου σώματος στα στενά της περιοχής, η παράσταση κάνει πρεμιέρα στις 22 Οκτωβρίου, επιχειρώντας να αποκρυπτογραφήσει τις σκοτεινές και αντιφατικές πτυχές του κέντρου της Αθήνας.
Από το πραγματικό περιστατικό στο αστικό նουάρ
Ο κεντρικός πυρήνας της ιστορίας ακολουθεί έναν πολίτη ο οποίος, ένα βράδυ, εντοπίζει τυχαία ένα πτώμα σε ένα δρομάκι γύρω από την πλατεία. Η ανακάλυψη αυτή σηματοδοτεί την έναρξη ενός αστικού θρίλερ με έντονο το στοιχείο της αναζήτησης του ενόχου. Καθώς ο ήρωας αρχίζει να ερευνά τις συνθήκες του θανάτου, έρχεται αντιμέτωπος με ένα αθέατο δίκτυο προστασίας, στο οποίο εμπλέκονται κυκλώματα της νύχτας αλλά και πρόσωπα με θεσμική ισχύ.
Η δραματουργική αφετηρία δεν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, αλλά προέκυψε μέσα από πραγματική μαρτυρία. Ένας δημοσιογράφος εκμυστηρεύτηκε στους συντελεστές ότι κατά τη δεκαετία του 1990 είχε αντικρίσει ένα νεκρό σώμα στην Ομόνοια, μένοντας εμβρόντητος από το γεγονός ότι οι περαστικοί προσπερνούσαν το σημείο με απόλυτη αδιαφορία. Η σύγκρουση ανάμεσα στη σκληρή αστική εξοικείωση με τον θάνατο και στα ήθη της περιφέρειας, σε συνδυασμό με ανάλογη μαρτυρία ηθοποιού, οδήγησε τη συγγραφική ομάδα –τους Ανέστη Αζά, Πρόδρομο Τσινικόρη και Μιχάλη Πητίδη– να οικοδομήσουν ένα ευφυές θεατρικό ψευδοντοκιμαντέρ.

Έρευνα πεδίου και οι άγραφοι «κανόνες επιβίωσης»
Βασισμένοι στη μέθοδο του θεάτρου-ντοκουμέντο, οι συντελεστές πραγματοποίησαν πάνω από πενήντα συνεντεύξεις με ανθρώπους που συνδέονται επαγγελματικά ή βιωματικά με την περιοχή. Αρχιτέκτονες, εργαζόμενοι, ξεναγοί και καταστηματάρχες κατέθεσαν τις δικές τους εμπειρίες, αποδεικνύοντας ότι η Ομόνοια δεν διαθέτει ένα ενιαίο αφήγημα, αλλά πολλές, συχνά συγκρουόμενες, αναγνώσεις.
Για ορισμένους αποτελεί τόπο νοσταλγίας μιας παλαιότερης κινηματογραφικής Αθήνας ή ερωτικών συναντήσεων, ενώ για τους επαγγελματίες συνδέεται άρρηκτα με την οικονομική κρίση των μνημονίων και την περίοδο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Για πολλούς άλλους παραμένει απλώς ένα γρήγορο πέρασμα ή ένας χώρος ανασφάλειας. Αυτή τη σκληρή καθημερινότητα συνοψίζει και ένας από τους χαρακτήρες του έργου: «Η Ομόνοια δεν είναι παίξε-γέλασε, έχει κανόνες επιβίωσης: Μην κοιτάς. Μην υποθέτεις. Μην κρίνεις. Εδώ πρέπει να έχεις ένα δέος».
Αν και το αρχικό σχέδιο των δημιουργών προέβλεπε τη διεξαγωγή ενός ευρύτερου πολυθεματικού φεστιβάλ για τη γειτονιά –το οποίο τελικά δεν ευοδώθηκε–, η παράσταση στο θέατρο Δίπυλον συμπυκνώνει με χειρουργική ακρίβεια τις αστικές μυθολογίες και τις σκληρές αντιθέσεις της πιο πολυσυζητημένης πλατείας της χώρας.
























