OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Μάριο Βίττι: Ο ακούραστος ερευνητής που ανανέωσε τη νεοελληνική λογοτεχνία

Φιλοπερίεργος, διεισδυτικός και ακαταπόνητος ερευνητής μέχρι το τέλος της μακράς διαδρομής του, ο Μάριο Βίττι (1926-2023) υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες μορφές στον χώρο των νεοελληνικών σπουδών για περισσότερες από έξι δεκαετίες. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη από Ιταλό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα, ο κορυφαίος νεοελληνιστής και πανεπιστημιακός δάσκαλος κατάφερε να υπερβεί τα στενά εθνικά όρια, μπολιάζοντας τη μελέτη των ελληνικών γραμμάτων με σύγχρονες ευρωπαϊκές μεθοδολογικές προσεγγίσεις. Δύο νέες εκδόσεις, από το Μουσείο Μπενάκη και τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, αποτυπώνουν σήμερα το εύρος της συνεισφοράς του μέσα από τα πρακτικά επιστημονικών συναντήσεων που φωτίζουν το έργο του.
Η ρηξικέλευθη ματιά στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας»
Η συγγραφή μιας γραμματολογίας αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για κάθε μελετητή, εγχείρημα στο οποίο ο Βίττι τόλμησε να αναμετρηθεί με τα καθιερωμένα μεγέθη. Η δική του «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (πρώτη έκδοση το 1971 στα ιταλικά και το 1978 στα ελληνικά, με διαδοχικές αναθεωρήσεις έως το 2016) διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά από τα κλασικά έργα του Κ. Θ. Δημαρά και του Λίνου Πολίτη. Ο Βίττι ενέταξε τα λογοτεχνικά κείμενα μέσα στα ευρύτερα κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα της εποχής τους.
Παράλληλα, εξέτασε κορυφαίες στιγμές της πρώιμης γραμματείας —όπως τα έργα του Βιτσέντζου Κορνάρου και του Γεωργίου Χορτάτση— όχι ως απομονωμένα φαινόμενα μιας αποκλειστικά εγχώριας παράδοσης, αλλά ως οργανικό κομμάτι του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Όπως επισήμαναν μελετητές όπως ο Αλέξης Πολίτης και ο Στέφανος Κακλαμάνης, ο συσχετισμός της κρητικής λογοτεχνίας με το ιταλικό Μπαρόκ και τον Μανιερισμό, καθώς και η κατανόηση των επιδράσεων της Καθολικής Μεταρρύθμισης, αποτέλεσαν τομές που αναδιαμόρφωσαν ριζικά το επιστημονικό πεδίο.

Αρχειακές ανακαλύψεις και αναθεώρηση του κανόνα
Η συμβολή του Μάριο Βίττι δεν περιορίστηκε στη θεωρητική σύνθεση. Η έρευνά του στα αρχεία απέδωσε σπουδαίους καρπούς, όπως τον εντοπισμό ενός άγνωστου θεατρικού έργου του 1646, αλλά και των πρωτότυπων χειρογράφων δύο ιταλόγλωσσων τραγωδιών του Ανδρέα Κάλβου. Η προσέγγισή του στον Κάλβο υπήρξε απελευθερωτική, καθώς πρότεινε την ταυτόχρονη ανάγνωση του ελληνόγλωσσου και ιταλόγλωσσου έργου του, υπερβαίνοντας τα παραδοσιακά στερεότυπα του «μονόγλωσσου» εθνικού ποιητή.
Εξίσου ανανεωτική στάθηκε η ματιά του στον Κώστα Καρυωτάκη, αναδεικνύοντας τον σαρκασμό ως ουσιώδες ποιητικό εργαλείο και όχι ως απλή ιδιοσυγκρασία. Ο Βίττι εισήγαγε στον νεοελληνικό κανόνα παραγνωρισμένα κείμενα, όπως τα ρεαλιστικά «Έρωτος αποτελέσματα» (1792) και τη «Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι» (1870), ενώ μελέτησε διεξοδικά τον ελληνικό μοντερνισμό και τη γενιά του ’30, εστιάζοντας σε μορφές όπως ο Γιώργος Σεφέρης και ο Οδυσσέας Ελύτης. Με τόλμη και ισχυρά τεκμήρια, ο αείμνηστος μελετητής άφησε πίσω του μια ζωντανή παρακαταθήκη που συνεχίζει να τροφοδοτεί τη σύγχρονη φιλολογική έρευνα.























