Ιός του Δυτικού Νείλου: Τα συμπτώματα, η διάγνωση και οι κίνδυνοι – Όσα εξηγεί ειδική γιατρός

Η διαρκής παρουσία και η καταγραφή νέων κρουσμάτων από τον ιό του Δυτικού Νείλου στη χώρα μας συνεχίζει να προκαλεί έντονο προβληματισμό τόσο στην επιστημονική κοινότητα όσο και στους πολίτες. Η λοίμωξη, η οποία μεταδίδεται κυρίως μέσω τσιμπήματος κουνουπιών, αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο υγειονομικό φαινόμενο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια στην Ελλάδα. Αναλυτικές πληροφορίες για την κλινική εικόνα, τις επιπλοκές και τις μεθόδους διάγνωσης παραθέτει η παιδίατρος Χρύσα Κουτσαυτίκη (MD, MSc, Επιμελήτρια Α’ Παιδιατρικής, ΚΥ Ραφήνας).

Επιδημιολογικά δεδομένα και τρόποι μετάδοσης

Σύμφωνα με τα στοιχεία επιτήρησης του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), σημαντικές εξάρσεις κρουσμάτων παρατηρήθηκαν τα έτη 2018 (317 δηλωθέντα περιστατικά), 2022 (286 περιστατικά) και 2024 (220 περιστατικά). Η αυξημένη καταγραφή των λοιμώξεων συνδέεται άμεσα με την παρουσία των διαβιβαστών αλλά και με την ενισχυμένη εγρήγορση των υγειονομικών αρχών.

Η μετάδοση του ιού οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά σε μολυσμένα κουνούπια του γένους Culex, με τον άνθρωπο να αποτελεί τον τελικό ξενιστή. Η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι εξαιρετικά σπάνια και μπορεί να συμβεί μόνο μέσω μετάγγισης μολυσμένου αίματος ή μεταμόσχευσης οργάνων. Επίσης, εξαιρετικά σπάνια είναι η μετάδοση κατά την κύηση ή τον θηλασμό, καθώς και η διαδερμική μόλυνση σε εργαστηριακό περιβάλλον.

Από τα ήπια συμπτώματα στις σοβαρές νευρολογικές επιπλοκές

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η μόλυνση είναι ασυμπτωματική. Ωστόσο, περίπου το 20% με 30% των ατόμων που μολύνονται εκδηλώνει ήπια κλινική εικόνα που περιλαμβάνει πυρετό, πονοκέφαλο, μυαλγίες, αρθραλγίες, γενικευμένη κακουχία, γαστρεντερικές διαταραχές και κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα κυρίως στον κορμό.

Σε ποσοστό μικρότερο του 1%, ο ιός μπορεί να προσβάλει το κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλώντας δυνητικά απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις. Η εγκεφαλίτιδα εκδηλώνεται με υψηλό πυρετό, σπασμούς, διαταραχές συνείδησης και εστιακά νευρολογικά ελλείμματα. Επιπλέον, μπορεί να εμφανιστεί οξεία χαλαρή παράλυση (μυελίτιδα), η οποία απαιτεί μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, ή σύνδρομο Γκιλαίν-Μπαρέ (Guillain-Barré). Ενώ πολλοί ασθενείς αναρρώνουν, συμπτώματα έντονης κόπωσης και αδυναμίας μπορεί να επιμείνουν για μήνες.

Εργαστηριακή διάγνωση, εγκυμοσύνη και θηλασμός

Ο χρόνος επώασης κυμαίνεται από 2 έως 14 ημέρες (έως 21 σε άτομα με ανοσοκαταστολή). Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στην ανίχνευση ειδικών αντισωμάτων IgM και IgG στο αίμα ή στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) από την 3η έως την 8η ημέρα μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Στην Ελλάδα, κεντρικό ρόλο στην εξειδικευμένη διερεύνηση έχει το Ινστιτούτο Παστέρ, ενώ ο μοριακός έλεγχος (PCR) εφαρμόζεται κυρίως σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

Σε ό,τι αφορά την περιγεννητική φροντίδα, τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι οι περισσότερες γυναίκες που προσβλήθηκαν κατά την εγκυμοσύνη γέννησαν υγιή νεογνά. Τέλος, παρότι ο ιός μπορεί να ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα, η παρουσία του δεν αποτελεί αντένδειξη για τη συνέχιση του μητρικού θηλασμού.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom