Η υποκρισία γύρω από τις προσκλήσεις στο Προεδρικό Μέγαρο και η ελληνική πραγματικότητα

Η καθιερωμένη δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο για την επέτειο αποκατάστασης της Δημοκρατίας αποτελεί παραδοσιακά σημείο αναφοράς για τον πολιτικό και κοινωνικό κόσμο της χώρας. Ωστόσο, κάθε χρόνο, η συζήτηση γύρω από τους προσκεκλημένους, αυτούς που παρευρίσκονται και εκείνους που επιλέγουν να απέχουν, αναδεικνύει μια βαθύτερη κοινωνική αντίφαση και μια διαρκή διάθεση υποκρισίας.

Σε μια κοινωνία όπου το ειδικό βάρος και η κοινωνική καταξίωση μετριούνται συχνά με βάση την εγγύτητα στους θεσμούς και την πολιτική ή οικονομική ελίτ, η κριτική κατά των επίσημων συμβολικών εκδηλώσεων συχνά αποδεικνύεται προσχηματική. Όπως εύστοχα επισημαίνεται, όσοι δημόσια απαξιώνουν τέτοιες θεσμικές γιορτές, είναι εξαιρετικά πιθανό να επεδίωκαν την παρουσία τους εάν βρίσκονταν στη λίστα των προσκεκλημένων, επιβεβαιώνοντας την αδυναμία της δημόσιας σφαίρας να αποβάλει τον υπερβολικό ναρκισσισμό και τον κοινωνικό ανταγωνισμό.

Το φαινόμενο αυτό, βέβαια, δεν περιορίζεται μόνο στο θεσμικό πολιτικό σκηνικό, αλλά διαπερνά οριζόντια το σύνολο του ιδεολογικού φάσματος. Σε μια δημοκρατική πολιτεία που εγγυάται την πολυφωνία, οι εκδηλώσεις και οι γιορτές βρίσκονται στον πυρήνα της ελευθερίας του συνέρχεσθαι. Από τα άκρα της πολιτικής σκηνής, τους νοσταλγούς ολοκληρωτικών καθεστώτων, έως τα διάφορα αντισυστημικά ρεύματα και τον αναρχικό χώρο, η ανάγκη για ανεύρεση μιας «ομάδας» ή μιας ιδεολογικής γιορτής παραμένει ισχυρή.

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η ελληνική κοινωνία έχει αφομοιώσει τους κανόνες λειτουργίας μιας κανονικής δημοκρατίας. Η ίδια η φύση του δημοκρατικού πολιτεύματος επιτρέπει την ύπαρξη διαφορετικών απόψεων και την κριτική απέναντι στην εκάστοτε εξουσία. Ωστόσο, η απόρριψη των θεσμών χωρίς ουσιαστική πρόταση ή η χρήση τους αποκλειστικά για λόγους εντυπωσιασμού δημιουργεί ένα στρεβλό περιβάλλον.

Σε τελική ανάλυση, η ύπαρξη της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας είναι αυτή ακριβώς που διασφαλίζει το δικαίωμα της διαφωνίας, της διαμαρτυρίας, ακόμη και της άρνησης συμμετοχής σε επίσημες εκδηλώσεις. Η αναγνώριστρους αυτού του προνομίου θα έπρεπε να οδηγεί σε μεγαλύτερη ειλικρίνεια και λιγότερους θεατρικούς αποκλεισμούς, θυμίζοντας πως μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια είναι ο μόνος δρόμος για μια υγιή πολιτική κουλτούρα.