Πιερρακάκης: Ανάπτυξη, σταθερότητα και μεταρρυθμίσεις απέναντι στις υποσχέσεις του παρελθόντος

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης υπερασπίζεται το κυβερνητικό οικονομικό μοντέλο, απορρίπτει τα εύκολα συνθήματα και επενδύει στη σταθερότητα και τις μεταρρυθμίσεις.

Η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική τροχιά, όμως η κυβέρνηση επιμένει να τοποθετεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης την οικονομία, την ανάπτυξη και τη σταθερότητα. Μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικών εντάσεων, αβεβαιότητας στις αγορές και πιέσεων στο κόστος ζωής, ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης επέλεξε να παρουσιάσει το κυβερνητικό αφήγημα με όρους αποτελέσματος και όχι συνθημάτων, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει αφήσει πίσω της τις περιόδους των πειραματισμών και των εύκολων υποσχέσεων που δοκιμάστηκαν και απέτυχαν.

Ο υπουργός Οικονομικών επιχείρησε να αναδείξει την εικόνα μιας οικονομίας που συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά τις διεθνείς αναταράξεις. Η αναφορά του στην ανάπτυξη κοντά στο 2%, στην εκρηκτική πορεία των επενδύσεων και στη συνεχή δημιουργία δημοσιονομικού χώρου αποτυπώνει τη βασική κυβερνητική επιδίωξη: να συνδεθεί η οικονομική σταθερότητα με τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Η λογική είναι σαφής. Πρώτα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ανάπτυξης και στη συνέχεια επιστρέφει μέρος των καρπών της κοινωνικά και φορολογικά.

Το βάρος στο ιδιωτικό χρέος

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στο ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, ένα πεδίο που εξακολουθεί να αφορά χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης παρουσίασε τη νέα δέσμη μέτρων ως την πιο ολοκληρωμένη παρέμβαση των τελευταίων ετών, εστιάζοντας στην αύξηση του ακατάσχετου ορίου, στις νέες δυνατότητες ρύθμισης οφειλών και στην ενίσχυση του εξωδικαστικού μηχανισμού. Η κυβερνητική θέση είναι ότι η προστασία των ευάλωτων δανειοληπτών πρέπει να επιτυγχάνεται μέσα από λειτουργικά εργαλεία και όχι μέσω χρονοβόρων δικαστικών διαδικασιών που συχνά εγκλώβιζαν τους πολίτες σε πολυετείς εκκρεμότητες.

Δεν ήταν τυχαία η αναφορά του στον νόμο Κατσέλη. Ο υπουργός επέλεξε να αντιπαραβάλει το σημερινό μοντέλο διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους με πολιτικές που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν, υποστηρίζοντας ότι η προσφυγή στα δικαστήρια δεν έδωσε τελικά βιώσιμες λύσεις. Η στάση αυτή συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη κυβερνητική αντίληψη ότι οι μεταρρυθμίσεις κρίνονται από την αποτελεσματικότητά τους και όχι από την επικοινωνιακή τους απήχηση.

Ακόμη πιο πολιτική ήταν η αναφορά του στον Αλέξη Τσίπρα. Η φράση ότι «δεν δουλεύει το με ένα άρθρο και ένα νόμο» αποτέλεσε ουσιαστικά υπενθύμιση μιας ολόκληρης εποχής πολιτικών υποσχέσεων που, κατά την κυβερνητική αφήγηση, συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα. Ο κ. Πιερρακάκης επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση από τις πολιτικές αναβιώσεις και τις προσπάθειες επανεμφάνισης παλαιών πρωταγωνιστών στα μετρήσιμα αποτελέσματα και στις ανάγκες του μέλλοντος.

Η αναφορά του στη «μνήμη» μόνο τυχαία δεν ήταν. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η πολιτική αντιπαράθεση των επόμενων μηνών θα έχει έντονα στοιχεία σύγκρισης με την περίοδο 2015-2019. Γι’ αυτό και επενδύει διαρκώς στη διάκριση ανάμεσα στη σταθερότητα και την αβεβαιότητα, ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις και στον λαϊκισμό, ανάμεσα στην οικονομική αξιοπιστία και στις ανέξοδες υποσχέσεις.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο υπουργός Οικονομικών δεν περιορίστηκε σε μια άμυνα απέναντι στην αντιπολίτευση. Αντίθετα, επιχείρησε να μετατοπίσει τη δημόσια συζήτηση σε ζητήματα που θεωρεί ότι θα καθορίσουν την επόμενη δεκαετία, από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις ενεργειακές προκλήσεις έως την τεχνητή νοημοσύνη και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Πρόκειται για μια στρατηγική που επιδιώκει να παρουσιάσει τη Νέα Δημοκρατία ως δύναμη διακυβέρνησης με ορίζοντα το μέλλον και όχι ως διαχειριστή της πολιτικής μνήμης.

Το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει το οικονομικό επιτελείο είναι σαφές: η Ελλάδα κατάφερε να ανακτήσει την αξιοπιστία της μέσα από δύσκολες αποφάσεις, δημοσιονομική πειθαρχία και μεταρρυθμίσεις και δεν σκοπεύει να επιστρέψει σε λογικές που δοκιμάστηκαν και οδήγησαν σε αδιέξοδα. Σε μια περίοδο όπου η διεθνής αβεβαιότητα αυξάνεται και οι κοινωνικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές, η κυβέρνηση επιχειρεί να πείσει ότι η συνέχιση της σταθερής πορείας αποτελεί όχι μόνο πολιτική επιλογή αλλά και εθνική αναγκαιότητα.