OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Με νέες προκλητικές δηλώσεις για τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, η Έλενα Ακρίτα προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις, μετατρέποντας έναν αμετανόητο τρομοκράτη σε δήθεν θύμα του συστήματος.
Η νέα παρέμβαση της Έλενας Ακρίτα για την επιστροφή του καταδικασμένου αρχηγού της 17 Νοέμβρη, Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, στη φυλακή, δεν άνοιξε απλώς έναν ακόμη κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης. Έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα βαθύτερο ερώτημα για τα όρια του πολιτικού λόγου και για το κατά πόσο ορισμένα στελέχη της ευρύτερης Αριστεράς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με ιδεολογική επιείκεια ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από τα θύματα της τρομοκρατίας στα «δικαιώματα» του καταδικασμένου αρχηγού της, η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να χάσει κάθε αίσθηση ιστορικής αναλογίας.
Πέρα από τις αντιδράσεις που προκάλεσε το ύφος της βουλευτού του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σε όσους διαφωνούν μαζί της, ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η προσπάθεια να παρουσιαστεί η δικαστική εξέλιξη ως προϊόν πολιτικού ρεβανσισμού και όχι ως αποτέλεσμα θεσμικών διαδικασιών. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης.
Από τους δολοφονημένους στους… αδικημένους
Η ανάρτηση της Έλενας Ακρίτα προκαλεί αμηχανία όχι μόνο για το περιεχόμενό της, αλλά κυρίως για την οπτική που υιοθετεί. Αντί το επίκεντρο να είναι οι δεκάδες οικογένειες που σημάδεψε η δράση της 17 Νοέμβρη, η συζήτηση μεταφέρεται στον 82χρονο καταδικασμένο αρχηγό της οργάνωσης, ο οποίος παρουσιάζεται περίπου ως θύμα πολιτικής δίωξης.
Η λογική αυτή δημιουργεί ένα επικίνδυνο πολιτικό προηγούμενο. Γιατί όταν η κοινωνία καλείται να λυπηθεί τον άνθρωπο που καταδικάστηκε σε 17 φορές ισόβια για τη δράση του σε μια τρομοκρατική οργάνωση, τότε η μνήμη των θυμάτων περνά σε δεύτερη μοίρα. Και όταν η επιστροφή του στη φυλακή χαρακτηρίζεται «ήττα της Δημοκρατίας», εύλογα γεννάται το ερώτημα ποια ακριβώς Δημοκρατία υπερασπίζεται μια τέτοια προσέγγιση.
Ρητορική σύγκρουσης και προσβολές
Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση των θέσεών της. Επέλεξε να επιτεθεί σε όσους διαφωνούν μαζί της, χαρακτηρίζοντάς τους «ημιμαθείς» και «σκατόψυχους», καλώντας τους μάλιστα να επιστρέψουν στο «λαγούμι» τους.
Η επιλογή αυτή φανερώνει μια αντίληψη πολιτικού διαλόγου που δεν αφήνει χώρο για αντίθετη άποψη. Όποιος θεωρεί ότι ένας αμετανόητος τρομοκράτης πρέπει να εκτίσει την ποινή που του επιβάλλει η Δικαιοσύνη, βαφτίζεται περίπου εχθρός του κράτους δικαίου. Πρόκειται για μια αντιστροφή της πραγματικότητας που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Η σκιά της παλιάς ανοχής
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι τέτοιες παρεμβάσεις αναβιώνουν μια παλιά πολιτική κουλτούρα ανοχής απέναντι σε φαινόμενα τρομοκρατίας. Μια κουλτούρα που για χρόνια επιχειρούσε να αναζητήσει ελαφρυντικά, κοινωνικές ερμηνείες ή πολιτικές δικαιολογίες για εγκληματικές πράξεις που στράφηκαν εναντίον της ίδιας της Δημοκρατίας.
Η 17 Νοέμβρη δεν ήταν κάποιο πολιτικό κίνημα που αδικήθηκε από την Ιστορία. Ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση που δολοφόνησε ανθρώπους, τραυμάτισε οικογένειες και επιχείρησε να επιβάλει τις απόψεις της με τα όπλα. Η Δημοκρατία δεν ηττάται όταν εφαρμόζει τους νόμους της. Αντιθέτως, ηττάται όταν κάποιοι επιχειρούν να μετατρέψουν τους καταδικασμένους τρομοκράτες σε σύμβολα πολιτικής δίωξης.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της παρέμβασης Ακρίτα: ότι πίσω από την επίκληση του κράτους δικαίου, πολλοί διέκριναν κάτι πολύ διαφορετικό. Μια προσπάθεια εξωραϊσμού ενός προσώπου που για τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων παραμένει συνδεδεμένο όχι με τα δικαιώματα, αλλά με μια από τις πιο αιματηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

