OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
Fed: Στο τραπέζι η αύξηση επιτοκίων και οι νέοι πληθωριστικοί κίνδυνοι

Το κέντρο βάρους στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC) της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ έχει μετατοπιστεί σε μια πιο επιθετική κατεύθυνση, όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά της πρόσφατης συνεδρίασης. Το ενδεχόμενο μιας νέας αύξησης των επιτοκίων επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς οι αξιωματούχοι ανησυχούν για την πορεία του πληθωρισμού.
Σύμφωνα με τα πρακτικά από τη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 28-29 Ιουλίου, «πολλοί συμμετέχοντες εκτίμησαν ότι η αυστηροποίηση της πολιτικής πιθανότατα θα ήταν απαραίτητη εάν ο πληθωρισμός δεν μειωνόταν». Παράλληλα, ορισμένα μέλη σχολίασαν ότι οι τρέχουσες χρηματοοικονομικές συνθήκες ενδέχεται να μην είναι επαρκώς περιοριστικές ώστε να διασφαλιστεί η επιστροφή του πληθωρισμού στον επίσημο στόχο του 2%.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί στους κόλπους της Fed ο κίνδυνος παγίδευσης σε μια νέα περίοδο υψηλού πληθωρισμού. Στελέχη της τράπεζας εξέφρασαν φόβους ότι, εάν οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι πειστούν πως οι αυξημένες τιμές θα αποτελέσουν μόνιμο φαινόμενο, τότε θα ενεργοποιηθεί μια νέα φαύλος κύκλος αυξήσεων μισθών και τιμών. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι εργαζόμενοι θα διεκδικούν συνεχώς μεγαλύτερες αποδοχές για την αντιμετώπιση του κόστους ζωής, ενώ οι επιχειρήσεις θα μετακυλίουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές.
Σε αυτό το ευαίσθητο οικονομικό περιβάλλον, καθοριστικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει πλέον και η τεχνητή νοημοσύνη. Οι επενδύσεις σε υποδομές AI αυξάνουν κατακόρυφα τη ζήτηση για ενέργεια, εξοπλισμό και εξειδικευμένο προσωπικό. Οι αξιωματούχοι της Fed επεσήμαναν την τεράστια ζήτηση για τεχνικά επαγγέλματα, όπως ηλεκτρολόγους, μηχανουργούς και μηχανικούς, η οποία ωθεί τους μισθούς προς τα πάνω και μετατρέπει την τεχνολογία σε δυνητική πηγή πληθωριστικών πιέσεων.
Επιπλέον, τα πρακτικά αποκάλυψαν ότι ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, εξετάζει αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της κεντρικής τράπεζας, βάζοντας στο τραπέζι την πρόταση για μείωση των ετήσιων συνεδριάσεων νομισματικής πολιτικής από οκτώ σε έξι, με στόχο την πιο αποδοτική χάραξη στρατηγικής.
























